Τά λογάκια πού ἀκολουθοῦν εἶναι σχόλια τοῦ π. Γαβριήλ πού εἰπώθηκαν τό 2003 στό μοναστήρι καί εἶναι σχόλια σέ ἕνα κείμενο πού μιλάει γιά τίς θλίψεις στήν ζωή μου. Καί ἐπειδή τό θέμα τοῦ πόνου, τῶν θλίψεων καί τῶν ἀρρωστιῶν εἶναι πάντα ἐπίκαιρο στήν ζωή μας, βλέπουμε πώς δέν ὑπάρχει σπίτι δίχως πόνο καί δοκιμασία, παραθέτουμε τό κείμενο καί τά σχόλια τοῦ π. Γαβριήλ:

Θά συνεχίσουμε σήμερα τό πανέμορφο αὐτό κεφάλαιο «Περί θλίψεων» πού διαβάζουμε τόν τελευταῖο καιρό ἐδῶ στό Μοναστήρι καί πού κατά κόρον τονίζεται ὅτι δέν πρέπει νά τρομάζουμε καί νά ἀπογοητευόμαστε γιά τίς θλίψεις καί τίς δοκιμασίες πού ἐπιτρέπει ὁ Θεός νά περνοῦμε. Στίς περισσότερες περιπτώσεις εἶναι παιδαγωγικές αὐτές οἱ θλίψεις καί οἱ δοκιμασίες πού περνοῦμε. Μᾶς φέρνουν περισσότερο κοντά στόν Θεό καί μᾶς βοηθοῦν νά καταλάβουμε ὅτι κάποιο σφάλμα κάναμε γιά νά ἔρθουν οἱ δοκιμασίες καί οἱ θλίψεις καί ὁ πόνος στή ζωή μας.

Ὅταν τό μεσημέρι ἔριχνα μία ματιά στό κείμενο πού θά διαβάσουμε σήμερα, γιά μιά πολλοστή φορά μοῦ ἐρχόταν αὐτό πού ζοῦσα κοντά στή μητέρα μου, πού σᾶς τό ἔχω πεῖ πολλές φορές, πάρα πολλές φορές: Ἐρχόταν κάποιος νά πεῖ στή Μαμά «Κυρα – Λένη μου δέν εἶμαι καλά» κι ἔλεγε ἡ Μαμά (ἔτσι λέγαν στήν Μικρά Ἀσία): «Παιδάκι μου νά μήν κάνουμε ἁμαρτίες γιά νά γίνουμε καλά». Σέ κάτι ἔχουμε λυπήσει τόν Θεό. Μά τά παιδιά μας δέν μᾶς ἀκοῦνε... σημαίνει ὅτι σέ κάτι ἔχουμε λυπήσει τόν Θεό. Δέν ἤμασταν ἐμεῖς σύμφωνοι μέ τόν νόμο τοῦ Θεοῦ καί γιά αὐτό τά παιδιά δέν τά ἐμπνέουμε. Ἔρχεται μία ἀρρώστια, ἀσθένεια, δέν εἶναι (τό τονίζει, ἐδῶ) ὅτι μᾶς πειράζουν τά τρόφιμα καί τέτοια. Ἁμαρτήσαμε, γι΄ αὐτό ἀσθενοῦμε. Ἡ σύγχρονη ἰατρική τό τονίζει αὐτό: ἡ γενεσιουργός αἰτία ὅλων τῶν ἀσθενειῶν εἶναι ἡ κατάσταση τῆς ψυχῆς.

Ὅταν ὁ ἄνθρωπος ζεῖ ἐν εἰρήνη κοντά στόν Θεό, χαρούμενα, μπορεῖ νά κοιμᾶται ἕνα θηρίο, μέσα του, ἀσθένειας, κι ὅμως νά μήν ξυπνάει. Ὅταν ὅμως παραβιάσει τόν νόμο τοῦ Θεοῦ, ζεῖ στήν ἁμαρτία, στή σύγχυση, στήν ἔνταση, τότε ξυπνάει αὐτό τό θηρίο καί στίς περιπτώσεις αὐτές τό θηρίο γίνεται ἤ ψυχολογικά προβλήματα ἤ τό ἕνα ἤ τό ἄλλο ἤ τό ἄλλο ... Ὅταν λοιπόν, τονίζει τό κείμενο, ἔρχεται μία δοκιμασία, νά δοῦμε: μήπως δέν ἤμασταν σύμφωνοι μέ τόν νόμο τοῦ Θεοῦ; Κι ὁ καλός Θεός ἀπό ἀγάπη, ὄχι γιά νά μᾶς τιμωρήσει, ἐπέτρεψε νά ἔρθει ἡ δοκιμασία γιά νά ξυπνήσουμε μέσα μας.

«Ὅποιος», λέει τό κείμενο, «παρακούει τόν νόμο τοῦ Θεοῦ, ὅποιος ἐναντιώνεται στό Εὐαγγέλιο, παρακούει τήν ἴδια του τήν φύση. Ὁ ἄνθρωπος εἶναι πλασμένος γιά νά ζήσει σύμφωνα μέ τόν θεϊκό νόμο καί ἡ Ἱστορία μαρτυρεῖ ὅτι ὁσάκις ὁ ἄνθρωπος παρέκλινε ἀπό αὐτόν τόν νόμο, τά ἀποτελέσματα ἦταν ὀλέθρια. Ὅποιος ἀρνεῖται τόν νόμο τοῦ Χριστοῦ, ἀρνεῖται τήν ἴδια του τήν ὑπόσταση. Ὀφείλουμε νά εἴμαστε εὐγνώμονες γιά τό ὅτι ὑπάρχουν ὁ πόνος καί ἡ ἀσθένεια.» Γιατί, λέει, ὑπάρχουν οἱ ἀσθένειες, πρέπει νά εἴμαστε εὐγνώμονες.

«Κάποιος μπορεῖ νά εἶναι ἄρρωστος, ἀλλά δέν μπορεῖ νά τό ἀναγνωρίσει μέχρις ὅτου παρουσιαστοῦν τά πρῶτα σημάδια τοῦ πόνου.» Τότε καταλαβαίνουμε τί συμβαίνει. Ἕνας πόνος, λέει, παρουσιάστηκε, καί πῆγε, ἔτσι, στό Νοσοκομεῖο γιά ἐξετάσεις. Καί τοῦ βρῆκαν, ξέρω ΄γω, καρκίνο... Κι αὐτός ὁ καρκίνος τόν φέρνει τόν ἄνθρωπο στήν μετάνοια. Καί μπορεῖ μέν νά φύγει, στόν οὐρανό νά πάει, ἀλλ΄ ὅμως ἔχει κερδίσει τόν Παράδεισο. Μπορεῖ ἀκόμα νά ἔχασε ἀπό ἐδωπέρα δέκα χρόνια, πέντε χρόνια, δεκαπέντε χρόνια... τί εἶναι;

Τό ἐπαναλαμβάνω λοιπόν: «Κάποιος μπορεῖ νά εἶναι ἄρρωστος, ἀλλά δέν μπορεῖ νά τό ἀναγνωρίσει μέχρις ὅτου παρουσιαστοῦν τά πρῶτα σημάδια τοῦ πόνου ἤ, καλύτερα, ποιός ἐπισκέπτεται τόν ἰατρό προτοῦ πονέσει; Τό ἴδιο συμβαίνει μέ τήν πνευματική ἀσθένεια, ἡ ὁποία μπορεῖ νά ἔρθει μέ ἕνα σωματικό πόνο, μέ μιά σωματική πληγή, ὥστε νά πονέσουμε, νά συνειδητοποιήσουμε τήν προσωπική μας κατάσταση, νά τρέξουμε στόν Ἰατρό γιά τή σωτηρία μας».

Μπορεῖ δηλ. σωματικά νά πονέσουμε κι ὅμως τελικά νά εἶναι ὑπόθεση Πνευματικοῦ αὐτό. Εἶναι πάμπολλοι οἱ ἄνθρωποι πού ἔρχονται στήν Ἐξομολόγηση καί σοῦ λένε «εἶμαι ἄρρωστος, εἶμαι ἑτοιμοθάνατος» (τά λέει κι ὁ π. Παΐσιος) κι ἔχει τήν αἴσθηση αὐτός ὁ ἄνθρωπος ὅτι ἐπειδή πονάει τό κεφάλι του, πονάει ἡ μέση του, πονάει ... ὅτι εἶναι ἑτοιμοθάνατος. Καί τό πρόβλημα εἶναι πνευματικό, κάπου ἔχει ἁμαρτήσει ὁ ἄνθρωπος. Καί κάνει ὅλες τίς ἐξετάσεις (πάμπολλοι εἶναι οἱ ἄνθρωποι !) καί τελικά δέν παρουσιάζεται τίποτα. Καί σήμερα ἡ καινούργια τακτική εἶναι «πήγαινε στόν ψυχίατρο», λέει, «πήγαινε στόν ψυχίατρο»... Δέν λέει «πήγαινε στόν Πνευματικό», ἐνώ δέν παρουσιάζει τίποτα!

«Κατά συνέπεια, ἡ ἀρρώστια δέν εἶναι τιμωρία ἀπό τόν Θεό. Ὁ Θεός δέν εἶναι πηγή κακοῦ, ὁ Θεός δέν τιμωρεῖ, μόνον ἀγαπᾶ. Ὁ ἄνθρωπος αὐτοτιμωρεῖται ὅταν μέ διάφορους τρόπους ἐπιλέγει νά ἀπομακρυνθεῖ ἀπό τόν Θεό καί νά διασαλεύσει τήν τάξη πού κυριαρχεῖ στόν κόσμο πού δημιούργησε ὁ Θεός. Ὁ Θεός, ὅμως, χρησιμοποιεῖ καί αὐτές τίς κακές συνέπειες τῆς ἐπιλογῆς τοῦ ἀνθρώπου πρός ὄφελος τοῦ ἀνθρώπου. Ὅμως, ἄν καί ἡ διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας εἶναι σαφέστατη γιά τό ὅτι ὁ Θεός δέν στέλνει τήν ἀρρώστια γιά νά τιμωρήσει τόν ἄνθρωπο γιά κάποια συγκεκριμένη ἁμαρτία, πολλοί ἄνθρωποι αὐτό πιστεύουν.» Ἐδῶ μᾶς λέει ὅτι ἐνώ εἶναι σαφέστατο ὅτι ὁ Θεός δέν δίνει τόν πόνο γιά νά τιμωρήσει ἀλλά γιά νά βοηθήσει τούς ἀνθρώπους, οἱ περισσότεροι ἄνθρωποι νομίζουν ὅτι τούς τιμωρεῖ ὁ Θεός καί τά βάζουν μέ τόν Θεό. Ἔχουμε πάρα πολλούς ἀνθρώπους πού ἡ ἀσθένεια τούς φέρνει πιό κοντά στόν Θεό ἀλλά καί ἄλλους ἀνθρώπους πού ἡ ἀσθένεια τούς ἀπομακρύνει. «Γιατί, τί ἔκανα;», λέει. Τό λέω πολλές φορές, τό ἔχω πεῖ καί ἄλλη φορά. Ἐμεῖς ζοῦμε στήν Ἐνορία καθημερινά ἀνθρώπους πού ἀρρωστήσανε καί δέν τούς ξαναείδαμε, ἦρθε ἡ ὥρα πού πεθάνανε...

Καί τήν περασμένη ἑβδομάδα, ἐνορίτισσα πού ἐδῶ ἔκανε ἀρτοκλασίες... καί μέ τό πού μαθαίνει ὅτι ἔχει καρκίνο... πάει, ἐξαφανίστηκε, ἐξαφανίστηκε! Νά πηγαίνουν .lοἱ φίλες της ἀπό τήν Ἐνορία... καλός ἄνθρωπος, πολύ καλή ψυχούλα, ὁ Θεός νά τήν ἀναπαύει, τήν περασμένη βδομάδα πέθανε, καί νά προσπαθοῦμε νά ἐπικοινωνήσουμε, σέ ποιό νοσοκομεῖο... τίποτα! Πέθανε μέ τό παράπονο ὅτι ὁ Θεός δέν τήν ἀγαπάει, ἐπειδή πέθανε, ξέρω ΄γώ, ὀγδόντα χρονῶν ἤτανε, ἑβδομήντα πέντε χρονῶν, ἤθελε νά ζήσει ἑκατό χρονῶν! Καί ἐπειδή πέθανε, δέν τό συγχωροῦσε στόν Θεό αὐτό τό πράγμα καί δέν μποροῦσε νά δεῖ καί τά ἀδέρφια της πού ζοῦσε μέχρι τώρα μέσα στήν Ἐκκλησία. Θέλω νά πῶ, αὐτό λένε οἱ περισσότεροι ἄνθρωποι ὅτι τούς τιμωρεῖ ὁ Θεός, καί ἔτσι ἀδικοῦμε τόν Θεό καί χάνουμε κι ἐμεῖς οἱ ἴδιοι τήν εἰρήνη ἀπ’τήν καρδιά μας.

«Ὅλες οἱ θλίψεις, οἱ ὁποῖες, φυσικῷ τῷ τρόπῳ, ἀκολουθοῦν τήν ἁμαρτία, δέν προέρχονται ἀπό τόν Θεό, διότι ὁ Θεός δέν εἶναι ὁ αἴτιος καί ὁ κατασκευαστής τῶν κακῶν. Ὁ Θεός ὅλα τά ἔπλασε «καλά λίαν». Ὁ ἄνθρωπος μέ τίς ἐπιλογές του, κάνοντας κακή χρήση τῆς ἐλευθερίας του, κατασκεύασε τή θλίψη καί κληροδότησε σ’ ὅλο τό ἀνθρώπινο γένος τόν θάνατο. Ἁπλῶς μποροῦμε νά ποῦμε ὅτι ὁ Θεός ἀνέχεται τό κακό καί τήν φθορά καί προκειμένου νά μήν εἶναι ἀθάνατες γιά τόν κάθε ἄνθρωπο ἡ ἁμαρτία καί ἡ θλίψη πού τήν ἀκολουθεῖ, ἐπέτρεψε τόν θάνατο.

Γιατί, ὅπως λέει ὁ Μ. Βασίλειος, «ἵνα μή ἀθάνατον ἡμῖν τήν ἀρρώστια διατηρήσῃ». Καθώς λέει ὁ Μ. Βασίλειος, ἐπέτρεψε ὁ Θεός τόν θάνατο γιατί, ἄν μᾶς ἄφηνε νά ζοῦμε, ἐπειδή εἴμαστε ὀλιγόπιστοι, ὅλο θά ἀρνιόμασταν περισσότερο τόν Θεό καί θά βλαστημούσαμε τό ὄνομα τοῦ Θεοῦ. Καί γιά νά μήν συνεχίζεται ἡ ἁμαρτία, νά μήν διαιωνίζεται ἡ ἁμαρτία καί μᾶς κάνει αὐτή ἡ ἐντύπωση νά βασανιζόμαστε, ἔδωσε ὁ Θεός τόν θάνατο μπροστά στόν πόνο γιά νά σωζόμαστε κι ὅλας, νά μή συνεχίζουμε νά κάνουμε ἁμαρτία καί νά ἀγανακτοῦμε τόν Θεό.

«Θά μποροῦσε ὁ Θεός νά διακόψει μέ βίαιο τρόπο κάθε παράβαση καί παρανομία τοῦ ἀνθρώπου. Αὐτό ὅμως ἀντιτίθεται, ἀφ΄ ἑνός στήν ἐλευθερία μας καί ἀφ΄ ἑτέρου στήν ἀγαθότητά Του. Ἀντίθετα, ἀνέχεται τό κακό καί τήν ἁμαρτία δίνοντάς μας καιρό μετανοίας καί περιμένοντας πατρικά τήν ἐπιστροφή μας, λυπούμενος καί θλιβόμενος ὅταν τά πλάσματά του ταλανίζονται. Γιά τόν λόγο αὐτό, κάνοντας χρήση ὅλης τῆς ἀγάπης Του καί τοῦ ἀπείρου ἐλέους Του, θεωρεῖ τήν ταλαιπωρία πού δεχόμαστε, τίς θλίψεις καί τίς δοκιμασίες μας ἐξιλεωτικά δεινά. Καί δέ λέγει (ὁ Θεός) ὅπως θά ἔλεγε κάποιος ἄνθρωπος «κακῶς ἔπραξες ἄρα καί δικαίως πάσχεις», ἀλλά «ἀφοῦ πάσχεις, ἀφέονταί σοι αἱ ἁμαρτίαι». Παιδί μου, λέει, ἐπέτρεψα ἐγώ νά πάσχεις, νά δοκιμαστεῖς, ἀλλ΄ ὅμως νά σοῦ συγχωρεθοῦν οἱ ἁμαρτίες σου. «Τί γάρ ὠφελήσει ἄνθρωπον ἄν τόν κόσμον ὅλον κερδίσῃ καί ζημιωθεῖ τήν ψυχήν αὐτοῦ»; Ἐπέτρεψε ὁ Θεός τήν δοκιμασία ἀλλά ἀφήνονται οἱ ἁμαρτίες τοῦ ἀνθρώπου καί ὁ ἄνθρωπος χαίρεται.

Ἐχθές τό βράδυ, πέθανε ἡ μητέρα τοῦ π. Θεοδώρου, ἑνός ἀπ’ τά παιδιά μας, πού εἶναι ἱερέας στήν Κοίμηση Θεοτόκου στό Γαλάτσι, μέ κοπελίτσα ἀπό τόν Ἅγ. Ἀνδρέα παντρεμένος, γεννημένος στήν Πόλη, καί αὐτός καί οἱ γονεῖς του. Καί πέθανε χθές ἡ μανούλα του, χθές τό βράδυ. Δέκα ἑπτά τοῦ μηνός Ἰανουαρίου, τοῦ Ἁγ. Ἀντωνίου, ἔπεσε κάτω στό σπιτάκι της, πολύ καλή, πάρα πολύ καλή, πάρα πολύ καλή... καί τήν πῆγαν στό νοσοκομεῖο, τῆς κάνανε ἐγχείρηση, βγῆκε, μετά ἔπαθε γαστρορραγία (μοῦ ΄λεγε ὁ Δημήτρης ὁ γιατρός ὅτι, ἔτσι, οἱ μεγάλοι παθαίνουνε τέτοια ὅταν κάνουν ἐγχείρηση) καί πέθανε. Εἶναι ἡ γιαγιά τοῦ Γιωργάκη (τό στρουμπουλό παιδάκι πού ἔρχεται στό Ἱερό) καί τοῦ Παναγιωτάκη. Ἐχθές τούς τό ΄πανε καί τό πρωί σήμερα πού ἦρθαν νά πάρουν τή στολή τους γιά νά ντυθοῦν παπαδάκια, λέω: «Παναγιωτάκη, γιά σκέψου, τώρα, γιά φαντάσου, πόση χαρά θά ἔχει ἡ γιαγιά! Θά κάθεται δίπλα στόν Χριστό μας, τώρα, θά παρακαλεῖ γιά τόν Παναγιώτη τόν ἐγγονό της, θά παρακαλεῖ γιά τόν Γιωργάκη, θά παρακαλεῖ, ε»; Ἔρχεται, λοιπόν, ἡ ὥρα πού, φεύγοντας, μπορεῖ νά φύγουμε λίγα χρόνια πιό κοντά ἀλλά χωρίς ἁμαρτίες καί χαιρόμαστε πιά κοντά στόν Θεό. Ὁ θάνατος εἶναι δῶρο, εἶναι δῶρο, εἶναι δῶρο, τό μεγαλύτερο δῶρο πού ἔχει δώσει ὁ Θεός στόν ἄνθρωπο, εἶναι δῶρο... Νά βλέπεις τόν Θεό πρόσωπο μέ πρόσωπο, «ὀψόμεθα τόν Θεόν καθώς ἐστί», τό μεγαλύτερο δῶρο... Ἄν ξέραμε, θά χαιρόμασταν, θά Τοῦ λέγαμε «Σ’ εὐχαριστῶ, Θεέ μου, γιά τόν θάνατο !» καί τόν φοβούμεθα...

«Ἔτσι, λοιπόν, ἐξαλείφει τίς ἁμαρτίες μας ὁ καλός Θεός. Μειώνει τό βάρος τῶν ἀνομιῶν μας, βλέποντας τήν δοκιμαζόμενη ψυχή μέ περισσότερη εὐσπλαχνία καί ἔλεος. Γι’ αὐτό, ἄς εἴμαστε εἰλικρινεῖς μέ τόν ἑαυτό μας. Τό πιό εὔκολο πράγμα εἶναι νά παραδεχτοῦμε τήν πραγματικότητα, νά δεχθοῦμε τήν ἁμαρτωλότητά μας καί τήν ἀποστασία μας ἀπό τόν Θεό καί τότε θά διαπιστώσουμε τούς λόγους γιά πολλά ἀπό αὐτά πού δέν μποροῦμε ἤ δέν θέλουμε νά ἐξηγήσουμε. Τό βέβαιο στό θέμα τῶν θλίψεων εἶναι ὅτι ἐμεῖς ὠφελούμαστε μέ τό νά συσταυρωνόμαστε μέ τόν Ἰησοῦ Χριστό καί μέ τό νά συμμετέχουμε στό πικρό ποτήριο τοῦ πόνου Του». Τό βέβαιο, λέει, εἶναι ὅτι ωφελούμαστε μέ τό νά συσταυρωνόμαστε μέ τόν Ἰησοῦ Χριστό, νά δοκιμαζόμαστε ὅπως κι ἐκεῖνος δοκιμάστηκε καί μέ τό νά συμμετέχουμε στό πικρό ποτήριο τοῦ πόνου.

«Βλέποντας τόν πόνο ὑπό μία πνευματική προοπτική, θά διαπιστώσουμε ὅτι πολλοί εἶναι οἱ καρποί πού μπορεῖ νά προέλθουν ἀπό αὐτόν. Καθώς λέγει ὁ Ἱερός Χρυσόστομος, οἱ συμφορές αὐξάνονται γιά νά ἀγρυπνοῦμε περισσότερο». Τί ἔλεγε ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος; Λέει, οἱ συμφορές αὐξάνονται γιά νά ἀγρυπνοῦμε περισσότερο. Αὐξάνονται, λέει, οἱ δοκιμασίες γιά νά γονατίζουμε ἐμεῖς πιό πολύ νά κάνουμε προσευχούλα, γιά νά ἀγρυπνοῦμε περισσότερο.

«Γι’ αὐτό ὁ Θεός τίς ἐπιτρέπει, διότι ἐπιθυμεῖ νά ἀποτινάξει τήν ραθυμία μας καί νά μᾶς ἀφυπνίσει. Γιατί τότε περιορίζονται ὅλα τά περιττά, τότε διασκορπίζονται ὅλα τά κοσμικά» (ὅταν ἔρθουν οἱ δυσκολίες), «τότε γίνεται κανείς ἐπιμελέστερος στήν προσευχή, πρόθυμος στήν ἐλεημοσύνη, κάθε πάθος πολεμεῖται εὐκολότερα καθώς φυγαδεύεται καί ἀπομακρύνεται μέ τήν θλίψη». Τώρα μπαίνουμε σέ ἕνα κομματάκι, ἔτσι, πού εἶναι πολύ χαρακτηριστικό. Ἀναφέρεται στούς κοσμικούς ἀνθρώπους (δηλαδή ὁ ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ πού ζεῖ κοντά στήν Ἐκκλησία) ἤ καί στούς Μοναχούς του (ἕνας Γέροντας καί μεγάλος Πατέρας τῆς Ἐκκλησίας ἀναφέρεται στούς Μοναχούς του) καί τούς λέει: Κοιτάξτε, λέει, μήν πέφτετε σ’ αὐτήν τήν πλάνη, νά βλέπετε ἄλλους ἀνθρώπους πού δέν ζήσανε μέ τέτοια ἄσκηση ὅπως ζεῖτε ἐσεῖς νά καλοπερνοῦν σ’ αὐτήν τήν ζωή, κι ἐνώ ἐσεῖς λέτε ἀφοῦ δώσαμε τά πάντα, καί τή ζωή μας καί τά νιάτα μας, αὐτά, γιατί ὁ Θεός ἐπιτρέπει νά δοκιμαστοῦμε; Μήν τό πεῖτε, λέει, αὐτό, γιατί ὁ Θεός ἔχει τό λόγο του.

«Ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Καρπάθιος», λοιπόν, «σέ ἕνα του λόγο πρός τούς μοναχούς του, τόν ὁποῖον ὀνομάζει «Λόγο ἀσκητικό καί παρηγορητικό», συμπληρωματικό τῶν ἑκατό παρηγορητικῶν κεφαλαίων πρός τούς μοναχούς τῆς Ἰνδίας, ἀναφέρεται στίς θλίψεις καί τίς δοκιμασίες τῶν πιστῶν δούλων τοῦ Θεοῦ.

Ἔρχονται πάρα πολλοί ἄνθρωποι καί λένε: «Παππούλη, αὐτός δέν εἶναι κοντά στήν Ἐκκλησία κι ὅμως δέν ἔχει περάσει καμία δυσκολία στή ζωή του. Κι ἐγώ εἶμαι κοντά στήν Ἐκκλησία καί ὅλο καρπαζιές τρώω ἀπ’ τόν Θεό.» Μιλάει, λοιπόν, ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Καρπάθιος στούς μοναχούς του καί ἀναφέρεται στίς θλίψεις καί τίς δοκιμασίες τῶν πιστῶν δούλων τοῦ Θεοῦ. «Ὁ λόγος αὐτός», ἡ ὁμιλία αὐτή τοῦ Ἁγίου, «κατ’ ἀρχάς ἀπευθύνεται πρός τούς μοναχούς ἀλλά κατ’ ἐπέκταση μπορεῖ νά προσαρμοστεῖ στά δικά μας μέτρα καί νά ὠφελήσει κάθε πιστό πού ἐπιθυμεῖ νά ἔχει πνευματική καί ἀγωνιστική ζωή.

«Λέγει, λοιπόν» (εἶναι γραμμένη αὐτή ἡ ὁμιλία γιά τούς μοναχούς ἀλλά γιά τόν κάθε ἕνα μας μπορεῖ νά ἔχει λόγο) «λέγει, λοιπόν, πολύ χαρακτηριστικά ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Καρπάθιος: Ποτέ μή θελήσεις πάνω ἀπό τόν ἄνθρωπο πού δοκιμάζεται νά μακαρίσεις τόν κοσμικό πού ἔχει γυναίκα καί παιδιά καί εὐφραίνεται γιατί εὐεργετεῖ πολλούς καί σκορπᾶ ἄφθονα τήν ἐλεημοσύνη καί δέν πειράζεται διόλου ἀπό τούς δαίμονες καί νομίζεις ὅτι ἐσύ εἶσαι κατώτερος ἀπό αὐτόν στήν εὐαρέστηση του Θεοῦ». Λέει ὅτι ποτέ μή ζηλέψεις τόν ἄλλον πού ἐνώ εἶναι... ἔχει κάνει παιδιά... ὅλα αὐτά τά πράγματα... καλοπερνάει, κι εσύ νά νομίζεις ὅτι εἶσαι κατώτερος ἀπό αὐτόν στήν εὐαρέστηση τοῦ Θεοῦ.

«Οὔτε νά ἐλεεινολογεῖς τόν ἑαυτό σου γιατί τάχα πηγαίνεις γιά τήν ἀπώλεια, ἐπειδή θλίβεσαι καί δοκιμάζεσαι. Βεβαίως, δέν μπορῶ νά ὑποστηρίξω ὅτι εἶσαι ἄμεμπτος μέ τό νά παραμένεις ἀνάμεσα στούς δοκιμαζόμενους ἀνθρώπους κι ἀνάμεσα στούς ἀγωνιστές. Ἀλλά καί ἄν εἶσαι πάρα πολύ ἁμαρτωλός, ἡ θλίψη τῆς ψυχῆς σου καί ἡ κακοπάθεια ἔχει πιό μεγάλη τιμή γιά τόν Θεό ἀπό τήν ὑπερβολική ἀρετή τοῦ κοσμικοῦ ἀνθρώπου πού τά ἔχει ὅλα». Λέει, μολονότι δέν εἶσαι ἅγιος, δέν εἶσαι τέλειος, παρ΄ ὅλα αὐτά νά ξέρεις ὅτι αὐτές οἱ δοκιμασίες πού ἐπιτρέπει ὁ Θεός νά περνᾶς, ἐσύ σάν Μοναχός, ἔχουν πάρα πολύ μεγαλύτερη ἀξία στά μάτια τοῦ Θεοῦ ἀπ΄ ὅλα τά ἄλλα ἀγαθά πού ὁ κοσμικός ἄνθρωπος χαίρεται.

«Ἡ μεγάλη σου λύπη, ἡ ἀθυμία, οἱ στεναγμοί, ἡ ψυχική στενοχώρια, τά δάκρυα, ὁ βασανισμός τῆς συνειδήσεως, ἡ ἀμηχανία τοῦ λογισμοῦ, ἡ κατάκριση τῆς διανοίας, τό κλάμα, ὁ θρῆνος τοῦ νοῦ, οἱ κραυγές τῆς καρδιᾶς, ἡ συντριβή, ἡ ταλαιπωρία, ἡ κατήφεια, ἡ καταφρόνηση, ὅλα αὐτά καί τά ὅμοια, τά ὁποῖα πολλές φορές συμβαίνουν σ΄ ἐκείνους πού ρίχνονται στό σιδερένιο καμίνι τῶν πειρασμῶν, εἶναι ἀπείρως πιό πολύτιμα καί πιό εὐπρόσδεκτα ἀπό τήν εὐαρέστηση τοῦ κοσμικοῦ.» Ἔχω φτιάξει ἐγώ στό μυαλό μου μία δική μου πορεία: Στά 24 θά τελειώσω τό Πανεπιστήμιο, θά βρῶ δουλειά, στά 26 θά παντρευτῶ, στά 27 μου θά ΄χω κάνει δύο παιδιά, κι ὅλο αὐτό, ὅλα αὐτά τά πράγματα καί τά φτιάχνω κι ὁ Θεός δέν ἐπιτρέπει νά γίνουν αὐτά τά πράγματα. Γιατί ἔχει τό δικό του σχέδιο. Τό ὅτι ἐσύ πρέπει νά κάνεις αὐτήν τήν ὑπομονή καί νά δεχθεῖς τό σχέδιο τοῦ Θεοῦ, λέει εἶναι ἀπείρως πιό πολύτιμα ὅλα αὐτά πού θά πρέπει ἐσύ νά ζήσεις καί νά περάσεις, εἶναι ἀπείρως πιό πολύτιμα καί πιό εὐπρόσδεκτα ἀπό τήν εὐαρέστηση τοῦ κοσμικοῦ, ἀπό τήν καλοπέραση τοῦ κοσμικοῦ. «Πρόσεχε, λοιπόν, νά μήν πέσεις στήν κατάκριση πού λέει γιά λογαριασμό σου ἡ Ἁγία Γραφή «Τί ὠφεληθήκαμε πού πήγαμε ὡς ἱκέτες στόν Κύριο καί μένουμε πάντα στό ναό Του»; Πρόσεξε, λέει, μήν πέσεις σ’ αὐτό πού λένε πολλοί ἄνθρωποι «Πῆγα στήν Ἐκκλησία, πῆγα στόν Χριστό καί τί ὠφελήθηκα»;

«Εἶναι φανερό ὅτι κάθε δοῦλος πού μένει κοντά στόν οἰκοδεσπότη κάποτε δέχεται καί μαστιγώσεις καί γρονθοκοπήματα καί κατηγορίες καί ὀνειδισμούς.» Νά μήν ἀγανακτήσεις, μήν πεῖς «Τί κέρδισα ἀπό τόν Θεό;». Τό ἐπαναλαμβάνω, εἶναι φανερό, λέει, ὅτι κάθε δοῦλος πού μένει κοντά στόν οἰκοδεσπότη (καί ὁ πιστός ἄνθρωπος πού μένει κοντά στόν Θεό) κάποτε δέχεται καί μαστιγώσεις καί γρονθοκοπήματα καί κατηγορίες καί ὀνειδισμούς. Ὅσοι ὅμως μένουν ἔξω, ἀποφεύγουν τά χτυπήματα», ὅσοι μένουν μακριά ἀπό τόν Θεό ἀποφεύγουν, λέει, αὐτά τά χτυπήματα, «ἀλλά μένουν, τελικά, ἔξω, ὡς ξένοι.». Τί ὠφεληθήκαμε, λοιπόν, ἐμεῖς, νά ὑποφέρουμε θλίψεις στήν ψυχή καί στό σῶμα, πού πάντοτε προσευχόμαστε καί ψάλλουμε; Καί οἱ κοσμικοί πού μήτε προσεύχονται μήτε ἀγρυπνοῦν, χαίρονται καί εὐφραίνονται καί προοδεύουν καί περνοῦν μέ εὐθυμία καί χαρά»; Τί ὠφεληθήκαμε, λέει, ἐμεῖς; Νά μήν τό πεῖς αὐτό τό πράγμα...

«Πρέπει ὅμως καί οἱ ἄνθρωποι πού ὑποσχέθηκαν νά ἀκολουθήσουν τόν Χριστό νά γνωρίζουν ὅτι τό νά πάσχουν», πρέπει λοιπόν καί οἱ καλοί μοναχοί πού ἀκολούθησαν τόν Χριστό, ὅ,τι κι ἄν ἔχουν νά ἀντιμετωπίσουν μπροστά τους, καί οἱ ἄνθρωποι οἱ κοσμικοί πού πάλι ἀκολουθοῦν τόν Χριστό, νά γνωρίζουν ὅτι τό νά πάσχουν δέν εἶναι κάτι τό παράδοξο, οὔτε τό νά θλίβονται καί νά δοκιμάζουν διάφορες λύπες, ὑποφέροντας τά παθήματα τοῦ Κυρίου, εἶναι κάτι τό ξένο. Γιατί τό Εὐαγγέλιο λέει τά λόγια τοῦ Κυρίου μας: «Σᾶς βεβαιώνω ὅτι θά κλάψετε καί θά θρηνήσετε ἐσεῖς πού εἶστε κοντά μου ἐνώ ὁ κόσμος θά χαρεῖ, ἀλλά περιμένετε λίγο ἀκόμη καί θά σᾶς ἐπισκεφθῶ μέσω τοῦ Παρακλήτου, θά διώξω τήν ἀθυμία σας καί θά σᾶς φέρω κοντά μου, μέ λογισμούς οὐράνιας ζωῆς καί ἀναπαύσεως καί μέ γλυκερά δάκρυα, τά ὁποῖα στερηθήκατε γιά λίγες ἡμέρες ἐξαιτίας τῶν πειρασμῶν. Καί θά σᾶς δώσω», στούς ἀνθρώπους πού μένουν τελικά μέ συνέπεια καί μέ ὑπομονή κοντά Του παρ΄ ὅλες τίς δοκιμασίες, «καί θά σᾶς δώσω τόν μαστόν τῆς Χάρης μου.» Πῶς ἡ μάνα δίνει τόν μαστό της καί χορταίνει τό μωράκι, ἔτσι Ἐγώ θά σᾶς χορτάσω μέ τήν Χάρη μου, λέει. «Ὅπως ἡ μητέρα στό βρέφος πού κλαίει, καί θά σᾶς ἐνισχύσω», λέει ὁ καλός Θεός στόν ἄνθρωπο τῆς ὑπομονῆς, «καί θά σᾶς ἐνισχύσω μέ οὐράνια δύναμη, ἐσᾶς πού ἐξασθενήσατε μέ τόν πόλεμο πού σᾶς ἔγινε καί θά καταγλυκάνω ἐσᾶς πού πικραθήκατε», ὄχι θά γλυκάνω, θά καταγλυκάνω, θά ὑπέρ-χορτάσω, «καί θά καταγλυκάνω ἐσᾶς πού πικραθήκατε, ὅπως λέγει ὁ Ἱερεμίας στούς Θρήνους, γιά τήν Ἱερουσαλήμ πού εἶναι μέσα μου, καί θά σᾶς δῶ καί θά χαρεῖ ἡ καρδιά σας μέ τήν κρυφή ἐπίσκεψή μου καί ἡ θλίψη σας θά μεταβληθεῖ σέ χαρά κι αὐτήν τή χαρά κανείς δέν θά μπορέσει νά σᾶς τήν πάρει.»

Νά σταματήσουμε ἐδωνά ἐπειδή εἶναι πολύ κρύο. Εἶναι τρομερό τό κείμενο. Εἶναι αὐτό πού ἡ Ἐκκλησία διδάσκει, αὐτό πού ἡ Εκκλησία διδάσκει. Ὁ κόσμος μᾶς κάνει νά ἀπελπιζόμαστε, νά ἀπογοητευόμεθα, ὅλοι μας, κι ἐμεῖς πού ΄μαστε παπάδες, ὅλοι μας, ὄλοι μας... Καί δυσανασχετοῦμε καί ὀλιγοπιστοῦμε... Ἐγώ τό ἔχω πεῖ πάρα πολλές φορές: πρῶτα ἀπ΄ὅλα ἐμεῖς τά διαβάζουμε γιά τόν ἑαυτό μας αὐτά πού διαβάζουμε, γιατί, σᾶς εἶπα, τό Μοναστηράκι εἶναι γιά τούς μοναχούς. Στό Μοναστήρι, λοιπόν, μέσα στόν ἀγώνα πού ἔχουν νά κάνουν οἱ μοναχοί, νιώθουν, τελικά, ἀπό ἀγάπη γιά τόν κόσμο, νά μοιράζονται καί αὐτό πού ὁ Θεός θέλει νά τούς πεῖ. Καί τούς τρόπους μέ τούς ὁποίους ὁ Θεός τούς καλεῖ νά ἀντιμετωπίσουν τίς δυσκολίες καί τούς πειρασμούς καί τίς θλίψεις. Κι ἔτσι, ἄν ἐμεῖς αὐτά τά κρατοῦμε στήν ζωή μας καί δέν εἶναι ἁπλῶς, ἔτσι, μιά ὁμιλία, πῆγα, ἄκουσα μιά ὁμιλία καί τελείωσε, ἄν αὐτά τά κρατοῦμε στήν ζωή μας, δέν θά χάσουμε.