Ὁμιλία τοῦ παππούλη γιὰ τὴν κυρία Μαριάνθη

Θέλω σήμερα γιὰ μία ἀκόμη φόρα νὰ μιλήσω γιὰ μία γιαγιὰ τῆς γειτονιᾶς μας. Γιὰ τὴν κύρια Μαριάνθη.

 

Τὸ ξέρετε οἱ περισσότεροι. Ἐγὼ γεννήθηκα λίγο πιὸ πάνω, στὸ Πολύγωνο, στὰ Τουρκοβούνια, στὴ Σχολὴ Εὐελπίδων δίπλα, καὶ ἐκεῖ εἶναι καθαρὰ Μικρασιατικὴ γειτονιά. Ἡ καντηλανάφτισσά μας στὸν Ἅγιο Στυλιανὸ στὰ Τουρκοβούνια ἦταν ἀπὸ τὸ Κορδελιό τῆς Σμύρνης, 29 χρόνων ἦταν στὴν καταστροφὴ καί ἦρθε μόνη της στήν Ἑλλάδα. Ἐσφαγιάσθηκαν οἱ δικοί της, ἐσφαγιάσθη ὁ ἄντρας της καὶ ἦρθε ἐδῶ κοπελίτσα 29 χρόνων. Καὶ τὰ καράβια τοὺς βγάλανε, τὴν φουρνιὰ αὐτὴ στὴν Μυτιλήνη. Ἐκεῖ ἔζησε τὰ πρῶτα χρόνια. Ξενοδούλευε, παραμάνα ἤτανε, πλείστρα ἤτανε καὶ κάποια στιγμὴ ποὺ μπόρεσε νὰ σταθεῖ στὰ ποδιά της καὶ ἔνοιωσε ὅτι μπορεῖ νὰ συντηρήσει ἕνα παιδάκι ἔκανε αὐτὴ τὴν κίνηση. Ἀπὸ τὴν Μικρὰ Ἀσία μαζὶ μὲ τοὺς μεγάλους ποὺ εἶχαν ἔρθει, εἶχαν ἔρθει καὶ πολλὰ ὀρφανὰ παιδάκια. Πῆγε λοιπὸν στὸ Ὀρφανοτροφεῖο τῆς Σύρου,στὶς καλογριές, ἐκεῖ ποὺ βοηθάγανε πολλὰ ὀρφανὰ ἀπὸ τὴν Μικρὰ Ἀσία καὶ ζήτησε ἕνα κοριτσάκι, τὴν κ.Φωτεινή. Αὐτὸ λοιπὸν τὸ κοριτσάκι τὸ παίρνει ἡ κ.Μαριάνθη καί ἄρχισε νὰ τὸ μεγαλώνει. Ἐρχόμενη ἐντωμεταξὺ στὴν Ἀθήνα καὶ πάλι ξενοδούλευε. Ἐγὼ τὴν γνώρισα σὰ παιδί, καντηλανάφτισσα στὴν ἐνορία μας καὶ δούλευε ἐντελῶς δωρεάν, πότε δὲν ἔπαιρνε χρήματα.

 

Ὁ μικρασιάτης τὸ νὰ παίρνει χρήματα ἀπὸ τὸ Ναὸ τὸ θεωροῦσε ὅτι εἶναι ἀσέβεια. Μεγάλωσε λοιπὸν τὴν κ.Φωτεινή, τὴν σπούδασε, τὴν πάντρεψε μὲ τὸν κ.Γιάννη τὸν φούρναρη. Ἐκεῖ δίπλα στὴ Σχολὴ Εὐελπίδων ἦταν ὁ φοῦρνος. Ἔκανε δυὸ κόρες ἡ κ.Φωτεινὴ ,ἡ ψυχοκόρη. Ἡ κ.Μαριάνθη συνέχισε να’ναὶ ἐκεῖ πέρα στὸ Ἐκκλησία φύλακας ἄγγελος, 20 ὧρες τὸ 24ωρο. Σᾶς λέγω μόνο , τὸ’χῶ ξαναπεῖ, ὅτι ἡ γιαγιὰ αὐτὴ πεθαίνοντας, στὸ φέρετρο ἦταν χωρὶς πόδια. Καὶ τὸ ἕνα της πόδι καὶ τὸ ἄλλο ἦταν κομμένα, ἀπὸ τὴν ὀρθοστασία. Γιατί ὅλη τὴν μέρα, ἀπὸ τὴν νύχτα ἦταν στὴν Ἐκκλησία καὶ ὅλη τὴν μέρα ἐκινεῖτο. Καθάριζε, καθάριζε. Οἱ μικρασιάτες εἶχαν ἀρρώστια μὲ τὴν καθαριότητα καὶ στὸ τέλος θυμᾶμαι εἶχαν κάνει τρύπες τὰ πόδια της καὶ ἐγὼ παιδάκι τὶς ἔβλεπα. Καὶ ἐνῶ εἶχε τρύπες δὲν ἔτρεχε καθόλου αἷμα γιατί στὰ ποδιὰ δὲν εἶχε μείνει καθόλου αἷμα, ἔτρεχε ἕνα ἄσπρο ὑγρὸ ,πίον, ἀπὸ τὴν ὀρθοστασία. Τὸν τελευταίο καιρὸ τὴν πῆρε ἡ ψυχοκόρη της, γιατί ὅλο τὸν καιρὸ ἔμενε σε μία τρώγλη , ἐκεῖ δίπλα στὸν Ἅγιο Στυλιανὸ ποὺ μετὰ αὐτὸ γκρέμισε.

 

Θέλω νὰ μιλήσω γιὰ τὴν κ.Μαριάνθη, ποὺ ἤξερε ὅτι στὰ Τουρκοβούνια οἱ μικρασιάτες ἦταν οἱ περισσότεροι πτωχοὶ ἀλλὰ ἐκείνη σὰν καντηλανάφτισσα ποὺ ἦταν καὶ ἄνθρωπος πονεμένος ἤξερε ποιοὶ ἦταν οἱ πιὸ φτωχοί. Εἶχε ἀκούσει τὶς προσευχὲς ὅλων τῶν ἀνθρώπων, γιατί πολλὲς φορές, τὸ θυμᾶμαι ἀπό παιδάκι, γιατί οἱ ἄνθρωποι ποὺ ἐρχόντουσαν, οἱ γιαγιάδες πού ἔρχονταν νὰ προσευχηθοῦν, προσεύχονταν δυνατὰ νὰ τοὺς ἀκούσει ὁ Ἅγιος Στυλιανός, γιατί καὶ ὁ Ἅγιος Στυλιανὸς ἦταν μικρασιάτης Ἅγιος καὶ θὰ τοὺς τὸ ἔκανε αὐτό. Ἀκούγοντας λοιπὸν τὶς προσευχές τους ἡ κ.Μαριάνθη ἤξερε ποιὸς πραγματικὰ εἶναι πιὸ φτωχὸς ἀπὸ τοὺς ἄλλους. Ὅλοι ἦταν φτωχοὶ ἀλλὰ ἤξερε ποιὸς ἦταν πιὸ φτωχὸς ἀπὸ ὅλους, καὶ αὐτοὶ οἱ φτωχοὶ ἦταν πάρα πολλοί.

 

Ὁρισμένες φόρες τὸ χρόνο στὴν ἐνορία ἐφερναν ροῦχα ἀπὸ τὶς διάφορες ὀργανώσεις, ἀπὸ τὴν Ἀμερικὴ καὶ κατέβαιναν καὶ τὰ βάζανε στὸν γυναικωνίτη καὶ οἱ κυρίες της ἐπιτροπῆς ποὺ ἦταν στὸ φιλόπτωχο ταμεῖο, αὐτὲς ἀναλάμβαναν νὰ τὰ μοιράσουν. Ἀλλὰ ὅπως γίνεται συνήθως, καὶ συχνὰ τὸ’ χῶ δεῖ στὴν Ἐκκλησία, οἱ κύριες αὐτὲς τοῦ φιλόπτωχου εἶχαν τὶς εὐνοούμενές τους, δηλαδὴ πολλὲς φορὲς οἱ πραγματικοὶ φτωχοὶ δὲν παίρνανε. Ἡ κα Μαριάνθη ἤξερε ὅτι αὐτοὶ ποὺ ἔχουν πραγματικὰ ἀνάγκη δὲν παίρνανε. Γι’αὐτὸ εἶπε: «ἐγὼ θὰ κάνω αὐτὸ ποὺ ἡ συνείδησή μου μοῦ λέει». Χωρὶς νὰ ρωτήσει τὶς κυρίες τοῦ φιλόπτωχου, χωρὶς νὰ ρωτάει ἄρχισε νὰ μοιράζει ροῦχα ἐκείνη.

 

Κάποια στιγμὴ καὶ ὁ ἱερέας, ὁ ὑπεύθυνος, ὁ π.Ἰωάννης (Ἀθηναῖος ποὺ ἔχει πεθάνει ἐδῶ καὶ πολλὰ χρόνια), ἀλλὰ καὶ οἱ κύριες συνειδητοποίησαν ὅτι ἄρχισαν νὰ λιγοστεύουν παρὰ πολὺ τὰ ροῦχα καὶ κατάλαβαν ὅτι αὐτὸς ποὺ ἐξαφάνιζε τὰ ρουχαλάκια ἦταν ἡ κα Μαριάνθη. Εἶπαν λοιπόν, βρὲ παιδί μου, ἐμεῖς γιὰ τὰ μάτια εἴμαστε οἱ κύριες του φιλοπτώχου καὶ πῆραν λοιπὸν τὴν ἀπόφαση νὰ κλειδώσουν τὸ καμπαναριό, δηλαδὴ ἦταν οἱ σκάλες καὶ πάνω ἦταν ὁ γυναικωνίτης, ἦταν σιδερένια η πόρτα, τήν κλειδώνουν, γιατί λέει βρέ παιδί μου ἐμεῖς κάνουμε κουμάντο, ὄχι ἡ κα Μαριάνθη.

 

Θυμᾶμαι ἐγὼ σὰν παιδάκι νά μου λέει ἡ κα Μαριάνθη: «Γιωργάκι μου, νομίζουν ὅτι θὰ τὰ καταφέρουν, ἀλλὰ ἀπὸ τὰ κλεμμένα τρώει ὁ λύκος. Μωρὲ ἐγὼ σκαλὶ θὰ βάλω πάνω νὰ ἀνέβω γιὰ νὰ μοιράσω τὰ ροῦχα σ ’αὐτοὺς ποὺ πραγματικὰ εἶναι πτωχοί». Καὶ πραγματικὰ ἡ κ. Μαριανθη ἔβρισκε ἀντικλείδια, Σμυρνιά, καὶ τελικὰ τὰ κατάφερε. Ἕνας ἄνθρωπος ἔρχεται πρόσφυγας, γυμνή, μονή της, χωρὶς συντάξη, χωρὶς τίποτα. Διακόνει τὸ Ναὸ τελείως δωρεάν, παίρνει τὸ κοριτσάκι ὀρφανό, τὴν κ.Φωτεινή (ἔχει πεθάνει καὶ αὐτὴ καὶ ὁ ἄντρας της), καὶ τὸ μεγαλώνει. Μοιράζει τὰ ροῦχα στοὺς πτωχοὺς τῶν πιὸ πτωχῶν καὶ ἔκανε καὶ αὐτὸ ποὺ πολλὲς φορὲς τὸ’χῶ πεῖ καὶ θὰ τελειώσω μ’αὐτό. Τὸ εἶπα ὅτι πάντα ὑπῆρχαν πτωχοὶ ἀλλὰ ὑπῆρχαν καὶ μερικοὶ πιὸ πτωχοί. Ἡ κ. Μαριανθη ἦταν ὅλη μέρα στὴν Ἐκκλησία, μισθὸ δὲν ἔπαιρνε καὶ δὲν ἤξερε πὼς νὰ βοηθήσει, ἀλλὰ αὐτὴ σὰν μικρασιάτισσα ἔβρισκε τρόπους. Πήγαινε λοιπὸν ὁ ἄνθρωπος νὰ ἀνάψει τὸ κεράκι:( ἐγὼ σὰν παιδάκι παρακολουθοῦσα).

 

- Τί κάνεις κα Μαριάνθη μου;

- Ἔ! Τί νὰ κάνω; Κλαίω τὴν μοίρα μου.Ἐδῶ πέρα. Τί νὰ κάνω; Βασανίζομαι, ταλαιπωροῦμαι, πονάω. Δὲν πολαβαινω οὔτε νὰ φάω, οὔτε νὰ μαγειρέψω.

- Κ.Μαριανθη, δὲν ἔχεις φαγητό; Ἐγὼ θὰ σοῦ φέρω.

- Ἄχ, χίλιες εὐχές.( καὶ ἄρχισε νὰ δίνει μικρασιατικὲς εὐχὲς καὶ ἄλλες εὐχές). Ἐπειδὴ ὅμως ἔχω δουλειὰ θὰ μοῦ τὸ φέρεις τὸ φαγάκι στὶς 1:10, γιατί πιὸ μετὰ θα’χῶ κλειστή τὴν Ἐκκλησία γιὰ νὰ ξεσκονίσω. Ἀκριβῶς 1:10 νὰ μοῦ φέρεις τὸ φαγάκι.

- Ναὶ κα Μαριάνθη, ἔννοιά σου.

 

Σέ λίγο ἐρχόταν ἄλλος ἄνθρωπος, καί ἡ κα Μαριάνθη ἐπαναλάμβανε τά ἴδια καί ὅταν τῆς ἔλεγε ὁ ἄνθρωπος νά τῆς φέρει φαγάκι ἐκείνη ἔδινε πάλι χιλιάδες εύχές καί ἔλεγε στόν ἄνθρωπο νά τῆς φέρει τό φαγάκι ἀκριβῶς 1:30, καί στόν ἑπόμενο 2:00 κλπ καί τά φαγητά πού μάζευε τά ἔδινε στούς ὄντως φτωχούς πού δέν εἶχαν τίποτε νά φᾶνε. Αὐτοί εἶναι οἱ γνήσιοι μικρασιάτες πού τούς ζήσαμε καί μαθητεύσαμε τήν ζωή δίπλα τους. Τήν εὐχή της νά ἔχουμε. Καί τήν εὐχή της τήν ἔχω γιατί ἐγώ ἀξιώθηκα καί νά τήν περιποιοῦμε στό νοσοκομεῖο, καί τά ματάκια νά τῆς κλείσω, καί τά ὀστά της νά τά φυλᾶμε ἐμεῖς.