Ποιός ὅμως ἦταν ὁ Ἁγ. Νεκτάριος; Γεννήθηκε στά Βουρλά τό 1775 ἀπό εὐσεβεῖς χριστιανούς γονεῖς. Τό κοσμικό του ὄνομα ἦταν Νικόλαος. Ὅταν ἦταν ἕξι χρονῶν ἔχασε τόν πατέρα του καί στά δώδεκα του χρόνια γιά νά ζήσει ἀναγκάστηκε νά βοσκά μαζί μέ ἄλλα ἕξι παιδιά τίς καμῆλες τοῦ Τούρκου πρόκριτου τοῦ ὀθωμανικοῦ χωριοῦ Ζουμπέκι, τό ὁποῖο εἶναι κοντά στά Βουρλά.

 

Ὅταν μεγάλος λοιμός ἐνέσκυψε στό χωριό ὁ Νικόλαος μαζί μέ τά ὑπόλοιπα ἕξι παιδιά ἐγκατέλειψαν τό χωριό μαζί μέ ὅλους τούς κατοίκους καί κατέφυγαν σέ κάποιο ἀπομονωμένο μέρος γιά πολύ καιρό. Ἐκεῖ δέν ἔμαθαν ὅτι ὁ λοιμός εἶχε πάψει ἐνῶ τούς εἶπαν ψέματα οἱ Τούρκοι ὅτι κανείς χριστιανός δέν εἶχε σωθεῖ. Ἔτσι κατάφεραν μέ δόλο νά τούς ἐξισλαμίσουν.

 

Ὅταν γύρισε πίσω καί κατάλαβε τί εἶχε συμβεῖ πῆγε κατευθείαν στήν μάνα του ἡ ὁποία τόν ἔδιωξε περιφρονητικά λέγοντας ὅτι γέννησε χριστιανό καί ὄχι τοῦρκο. Ἔτσι ἐκεῖνος περίλυπος ἔφυγε καί πῆγε στήν Σμύρνη σέ ἕναν θεῖο του ὁ ὁποῖος τόν συμβούλεψε νά πάει στήν Ρωσία καί νά μετανοήσει. Ἀφοῦ παρέμεινε γιά λίγο στήν Βλαχία γύρισε στήν Σμύρνη. Ἐκεῖ συνάντησε ἕναν ἁγιορείτη μοναχό στόν ὁποῖο ἐξομολογήθηκε τό ἀνόμημά του. Ὁ μοναχός τόν παρότρυνε νά πάει στό Ἅγιον Ὅρος ὅπου ἐκεῖ ἔγινε δεκτός ἀπό ἕναν συμπατριώτη του μοναχό.

 

Ἔμεινε στην σκήτη τῆς Ἁγ. Ἄννης, ἔγινε καί μεγαλόσχημος μέ τό ὄνομα Νεκτάριος. Ἀφοῦ ἔμεινε 5 χρόνια ἐκεῖ μαζί μέ ἕναν συμπατριώτη καί συνασκητή του τόν Δανιήλ ὁ ὁποῖος πολύ τόν στήριζε καί τόν καταλάβαινε, ἀποφάσισαν νά φύγουν άπό τό Ἅγιον Ὅρος γιά νά μαρτυρήσει ὁ Νεκτάριος γιά τόν Χριστό. Ἔνοιωθε μεγάλο βάρος στήν ψυχή του γιά τό ἁμάρτημά του καί ἤθελε νά τό ξεπλύνει μέ τό αἷμα του. Ἀφοῦ πέρασαν ἀπό διάφορα μέρη κατέληξαν στά Βουρλά ὅπου ἐκεῖ οἱ συγγενεῖς τοῦ ἁγίου φοβούμενοι ἀντίποινα ἀπό τούς Τούρκους ἤθελαν νά τούς διώξουν.

 

Τότε ὁ Νεκτάριος ντύθηκε τουρκικά ροῦχα καί περίμενε μέχρι τό Μπαιράμι, τήν τουρκική θρησκευτική ἑορτή. Ἔμεινε ὅλη τή νύκτα ξάγρυπνος καί παρακαλῶντας τόν Χριστό νά τόν ἐνισχύσει καί τήν ἄλλη μέρα πῆγε στόν τοπικό διοικητή, τοῦ εἶπε ὅλη τήν ἀλήθεια, ποδοπάτησε τό φέσι του καί τοῦ εἶπε πώς ἤθελε νά πεθάνει χριστιανός.

 

Στίς προτροπές τοῦ δικαστή πού λυπήθηκε τά νειάτα του καί τήν ὀμορφιά του, ὅτι δέν θά ἄντεχε τά βασανιστήρια, ἀπάντησε πώς γι αὐτό τό σκοπό ἐπέστρεψε γιά νά πεθάνει γιά τόν Χριστό καί ἔτσι νά ἐξαλείψει τό ἀνόμημά του. Ὁ δικαστής στήν προσπάθειά του νά τόν σώσει τόν ἔστειλε σπίτι του νά τό ξανασκεφτεῖ καί ἐκεῖνος τήν ἄλλη μέρα ἐπέμενε στά ἴδια.

 

Φυλακίστηκε γιά πέντε μέρες μέ τά πόδια ἀσφαλισμένα στό τιμωρητικό ξύλο καί τόν λαιμό ἀλυσοδεμένο μέχρι νά ἐπιστρέψει ὁ τοπικός ἡγεμόνας ὅπου καί σ’ αὐτόν ἐπανέλαβε τά ἴδια. Ὅταν τόν ξαναέβαλαν στήν φυλακή κατάφεραν οἱ χριστιανοί νά τόν κοινωνήσουν ἐνῶ προσεύχονταν θερμά νά ἀντέξει τά βασανιστήρια.

 

Ἐνισχυμένος μέ τήν Θ. Κοινωνία συνέχιζε νά ἀντιστέκεται στίς πιέσεις τῶν ὀθωμανῶν καί στήν τελική ἀνάκριση ἀπήγγειλε μέ θάρρος τό Σύμβολο τῆς Πίστεως καί μέ χαρά δέχτηκε τήν θανατική ποινή. Ὁδηγήθηκε στό παζάρι καί ἐκεῖ κάτω ἀπό ἕναν μεγάλο πλάτανο ἀποκεφαλίστηκε. Τό σῶμα του τό πέταξαν στό πηγάδι ἀπό ὅπου λίγα χρόνια ἀργότερα ὁ φίλος του Δανιήλ μπόρεσε νά περισώσει ἕνα μέρος ἀπό τά τίμια λείψανα τοῦ νεομάρτυρα καί νά τά μεταφέρει στήν σκήτη τῆς Ἁγ. Ἄννης στό Ἅγιον Ὅρος.