Ὁμιλία τοῦ π. Γαβριὴλ στὰ ἐγκαίνια τοῦ Πνευματικοῦ Κέντρου τῆς Ἐνορίας μας στῆς 5 Ὀκτωβρίου 1992.

 

Τό Πνευματικό Κέντρο βρίσκεται δίπλα στό Ἐκκλησάκι τοῦ Ἁγίου Ἁνδρέου, Πλ. Ἀμερικῆς. Ὅταν κατάφερε ἐπιτέλους ὁ π. Γαβριήλ νά τό ἀγοράσει γιά τήν ἐνορία μᾶς ἔλεγε τότε: «Σήμερα δέν ἀγοράσαμε τό Πνευματικό Κέντρο, ἀνακτήσαμε τά κεκτημένα». Καί αὐτό γιατί τό Πνευματικό μας Κέντρο πού ἀποτελεῖται ἀπό μία ὑπόγεια αἴθουσα πού ἔχει μετατραπεῖ σέ παρεκκλήσι καί χρησιμεύει καί ὥς αἴθουσα γιά συναντήσεις καί γιά κατηχητικά, καί ἕνα διαμέρισμα πού εἶναι ἡ βιβλιοθήκη μας, βρίσκονται στήν διπλανή ἀπό τόν Ἁγιο Ἁνδρέα πολυκατοικία. Ἐκεῖ βρίσκονταν τά κελλιά τοῦ Μοναστηριοῦ τῆς Ἁγίας Φιλοθέης.

 

Ἡ χαρά μας λοιπὀν ἦταν διπλή, γιατί καί χῶρο δικό μας ἀποκτήσαμε καί σε χῶρο ἱερό βρισκόμαστε.

 

Όταν είπα πριν από λίγο, να προχωρήσουν οι άνδρες μπροστά και να περάσουν όλοι οι άνδρες μέσα, στη θέση τους εκεί, στη μεριά των ανδρών, ένα παιδί χαμογέλασε. Θα νόμιζε ίσως ότι το λέμε γιατί φοβούμαστε να είναι οι άνδρες μαζί με τις γυναίκες, τα αγόρια μαζί με τις κοπέλες δίπλα – δίπλα. Και βλέποντας το παιδί αυτό να χαμογελάει, χαμογέλασα κι εγώ και είπα: «‘Αχ, φίλε μου, δεν ξέρεις την ιστορία αυτού του πράγματος. Δεν ξέρεις γιατί λέμε, να προχωρήσετε οι άνδρες στις θέσεις σας».

 

Όταν ήλθα εγώ στο εκκλησάκι, ο αείμνηστος π. Ιωάννης, ο προκάτοχός μου, πριν 19 χρόνια, μπήκαμε στο 19ο έτος που είμαστε μαζί, μου παρέδωσε αυτό το εκκλησάκι με αρκετές γιαγιάδες και με δυο τρεις παπούδες, και με δύο συμβουλές. Μου είπε: «Οι δικές σου αρμοδιότητες, Γαβριήλ, θα φθάνουν μέχρι το σκαλοπάτι του Ιερού. Από κεί και πέρα δεν θα ενδιαφέρεσαι τι θα γίνει. Διότι θα βρεθείς αντιμέτωπος με το Άσυλο Ανιάτων. Θα θέλεις να κάνεις κάτι. Δεν θα σε αφήνουν εκείνοι. Θα σου βάζουν τρικλοποδιές. Εγώ έχω μαρτυρήσει μαζί τους. Γι’ αυτό οι αρμοδιότητές σου να φθάνουν μέχρι το σκαλοπάτι του Ιερού». Αυτό ήταν το ένα πράγμα το οποίο μου παρέδωσε, αφού μου παρέδωσε την εκκλησία. Και το δεύτερο που μου παρέδωσε ήταν 300 δραχμές. Μου είπε: «Αυτές πάρτες, πρόσεξέ τες, μην τις χάσεις. Τις μάζεψα με πολύ κόπο. Έχει σκουριάσει η λαβίδα στο κουταλάκι που μεταλαμβάνουν οι άνθρωποι, τα μάζεψα αυτά τα χρήματα για να μπορέσεις με αυτά να επιχρυσώσεις την λαβίδα».

 

Κοντά στον π. Ιωάννη, από μικρό παιδί, είχα μεγαλώσει. Τον γνώρισα στην ενορία μας, στην οποία γεννήθηκα και μεγάλωσα. Όταν ήλθε εκείνος μ’ έφερε να είμαι κατηχητής. Όταν έγινα διάκονος μ’ έφερε εδώ, να είμαι σαν διάκονος, να διακονώ την εκκλησία όταν πανηγύριζε. Γι’ αυτό είχα καθίσει στο εκκλησάκι. Όταν λοιπόν ο π. Ιωάννης είχε γίνει 80 ετών και εγώ χειροτονήθηκα, παρακαλέσαμε να έλθω εδώ στο εκκλησάκι και να διαδεχθώ ένα γέροντα που ήταν πνευματικός μου πατέρας. Κοντά στον οποίο είχα ζήσει. Και πράγματι ευλόγησε ο Άγιος Θεός, έτσι να γίνουν τα πράγματα. Διαδεχόμουνα έναν άγιο γέροντα. Ερχόμουνα σε ένα εκκλησάκι που έχει αγιασθεί με το αίμα της Αγίας Φιλοθέης. Είχα πάρα πολύ χαρά. Ο ίδιος άλλωστε το είχα ζητήσει. Όμως την πρώτη ημέρα που μου παρέδωσε ο π. Ιωάννης κι εκείνος έφυγε, το πρώτο που σκέφτηκα ήταν « Εντάξει, ωραία όλα αυτά, έχεις πολλά όνειρα, αλλά με τι χρήματα θα τα κάνεις όλ’ αυτά τα πράγματα που σκέπτεσαι , διότι ο ιερέας δεν έχει καμμία σχέση με την διαχείριση του παρεκκλησίου.» Ό,τι χρήματα πέφτουν στο παγκάρι, έρχεται το Άσυλο Ανιάτων και τα παίρνει. Τι τα κάνουν, πως τα χρησιμοποιούν εκείνοι, εμείς δεν ξέρουμε τίποτα. Σκέφτηκα λοιπόν: «Αυτά που σκέπτεσαι με τι χρήματα θα γίνουν; ». Αλλά τότε είχα τόλμη, ήμουν νεώτερος. Σήμερα πολύ εύκολα δειλιάζω και ο π. ΄Ανθιμος προσπαθεί να με ενισχύει. Τότε όμως ήμουν νέος και είχα κουράγιο και είχα τόλμη και έλεγα όχι δεν θα το βάλεις κάτω.

 

Και πραγματικά επέτρεψε ο Άγιος Θεός, με μαγιά, θα λέγαμε, με τις 300 δραχμές που μου παρέδωσε ο π. Ιωάννης, να κάνουμε πάρα πολλά πράγματα εδώ στο εκκλησάκι. Το εκκλησάκι ήταν τελείως εγκαταλελειμένο. Τον πρώτο μήνα, τολμώ να το πω, γιατί σήμερα κάνουμε έναν απολογισμό των 19 χρόνων που είμαστε μαζί, με την ευκαιρία των εγκαινίων,τολμώ να το πω ότι, για ένα ολόκληρο μήνα, έκλεινα την εκκλησία όταν ερχόταν η ώρα το βράδυ να κλείσουμε, έβγαζα το αντερί, έμενα με το παντελόνι και τη φανέλλα, γιατί είχε και πολύ ζέστη και επί ένα μήνα προσπαθούσα να βγάλω την λίγδα και τη σαβούρα που υπήρχε εδώ μέσα στο εκκλησάκι. Τα ποντίκια περπατούσανε. Όταν έρχονταν οι άνθρωποι, φοβόνταν να βγουν τα ποντίκια, αλλά όταν κλείναμε την πόρτα, που ησύχαζε η εκκλησία, τα ποντίκια περπατούσανε. Έπρεπε να καθαρίσει αυτό το εκκλησάκι. Εδώ μπροστά στην Αγία Τράπεζα υπήρχαν 5 ή 6 λειωμένα χαλάκια το ένα πάνω στο άλλο. Ήταν η κυρία Βασιλική η συγχωρεμένη η καντηλανάφτισσα από την Κωνσταντινούπολη και είχαν ένα τσουλάκι μπροστά στην Αγία Τράπεζα, το οποίο όμως το κατάβρεχε με το ποτιστήρι για να το σκουπίσει. Όταν το τσουλάκι αυτό σάπισε, έβαλε άλλο από πάνω και συνέχιζε, όταν σάπιζε το δεύτερο τσουλάκι έβαζε το τρίτο, κ.ο.κ. . Λοιπόν αυτά τα τσουλάκια τα 5-6 είχαν σαπίσει τελείως. Κι αυτά γίνονταν αφορμή για να μαζευθούν τα ποντίκια και διάφορα πράγματα.

 

Το πρώτο λοιπόν που κάναμε ήταν να καθαρίσουμε το ναό και το δεύτερο να ανακαινίσουμε. Ήταν κάτι καντήλια, οι παλαιοί θα τα θυμούνται, κάτι χρυσαφιά καντήλια, που στο τελευταίο χωριό δεν τα κρεμάνε αυτά τα πράγματα. Όλα αυτά, οι πολυέλεοι, τα καντηλάκια, το Δεσποτικό, όλα, οι καρέκλες, μόνο τα στασίδια υπήρχαν εδώ πέρα και το παγκάρι, τίποτε άλλο δεν υπήρχε. Οτιδήποτε βλέπετε είναι καινούργιο καμωμένο. Θέλω να πω ότι, αυτά άρχισαν να γίνονται με τα χρήματα που οι άνθρωποι μας έδιναν. Μετά ήλθε η ώρα να φτιάξουμε τη στέγη. Η στέγη επί πολλά χρόνια έτρεχε. Οι αγιογραφίες αυτές καταστράφηκαν, και γιατί δεν είχε καλό υλικό ο Κόντογλου αλλά και από την υγρασία. Τα νερά τρέχανε. Έστελνα επιστολές, πάνω, στο Άσυλο Ανιάτων. Πρώτη επιστολή, δεύτερη επιστολή, πέμπτη επιστολή. Αφήνει μια γιαγιά ένα διαμέρισμα στον ναό για να φτιαχθούν οι αγιογραφίες. Αλλά εκείνη δεν ήξερε ότι ο ναός υπάγεται στο Άσυλο Ανιάτων. Αφήνει λοιπόν το διαμέρισμα για να φτιάξουμε τις αγιογραφίες. Παίρνει το Άσυλο Ανιάτων το διαμέρισμα αλλά τις αγιογραφίες δεν τις φτιάχνει.

 

Έπρεπε λοιπόν να κάνουμε αγώνα για να βρούμε τρόπο να φτιάξουμε τη στέγη. Η Μαριαννούλα η Φιλήντρα, ένα απ’ τα παιδιά μας, έδωσε ραντεβού με την υπεύθυνη που είναι στο Υπουργείο Πολιτισμού να μεσολαβήσει να φτιαχτεί η στέγη. Εργασία εκατομμυρίων.

 

Είχαμε τα μαγαζιά τα σουβλατζίδικα απέναντι. Τις καρέκλες τους, μεσ’ την πόρτα της εκκλησίας τις βάζανε. Έβγαινες έξω από την εκκλησία και απ’ έξω κάθονταν στις καρέκλες άνθρωποι που έρχονταν να πιούν το κρασί τους, να φάνε τα σουβλάκια τους και τους έλεγες: « Σας παρακαλώ, μην κάνετε φασαρία, μην κάνετε θόρυβο ». και σ’ έβριζαν, σου έλεγαν: « Η δουλειά σου είναι μέσα, παππά». Έπρεπε λοιπόν να βρούμε και να διαφυλάξουμε λίγο χώρο μπροστά στην εκκλησία. Και ήλθε η ώρα να βάλουμε αυτά τα σίδερα χωρίς να ρωτήσουμε κανένα, ούτε Αρχαιολογία ούτε τίποτα. Και ήλθαν αμέσως πέντε Υπηρεσίες, ο Δήμος Αθηναίων, περιπολικά, Αρχαιολογικές Υπηρεσίες, όλ’ αυτά, για να πουν ότι, αυτά τα κάγκελα δεν θα τα βάλεις διότι δεν έχεις πάρει άδεια. Τους είπα ότι τα βάζουμε για να προστατέψουμε το μνημείο και μου είπε η κυρία Λάζαρη από το Υπουργείο Πολιτισμού, Αρχαιολόγος :« Δεν θα τα βάλεις. Όσο είμαι εγώ σ’ αυτήν την υπηρεσία, δεν θα τα βάλεις ». Τα είχαμε μαζέψει αυτά τα χρήματα, με τι κόπο, με τι θυσίες. Και όμως κατάφερα με την βοήθεια του Θεού και με την συμπαράσταση ανθρώπων, να τα βάλουμε τα σίδερα και σήμερα να έχουμε, σίγουρο, αυτό το χώρο απ’ έξω.

 

Προχωρούμε λοιπόν στη συνέχεια να αρχίσουμε να ψάχνουμε να βρούμε χώρο για να συναντιούνται τα νέα παιδιά. Στην αρχή είναι πολλές γιαγιάδες και δυο τρεις παπούδες, σχεδόν κανένας άνδρας, κανένας άνδρας. Είπα ότι πρέπει, κάτι να γίνει. Πρέπει να δημιουργήσουμε προυποθέσεις, να δημιουργήσουμε κίνητρα για να μπουν και νέα παιδιά στην εκκλησία. Κανένα νέο παιδί, νέο αγόρι. Ήταν η κατάληψη από τις γυναίκες ολική, από τις γιαγιάδες. Δεν υπήρχε καθόλου χώρος για τους άνδρες. Ούτε στο ψαλτήρι, ούτε πουθενά. Είπα λοιπόν ότι θα πρέπει να αδειάσουμε ένα χώρο, που έστω κι αν στην αρχή είναι άδειος, θα πούμε ότι αυτός ο χώρος ανήκει στους άνδρες. Ώστε μπαίνοντας κανείς στο εκκλησάκι, ένας άνδρας, να δει ότι υπάρχει θέση γι’ αυτόν, διότι δεν υπήρχε πουθενά να σταθεί.

 

Αδειάζοντας λοιπόν αυτή την δεξιά πτέρυγα του ναού, για ένα και δύο και τρεις μήνες ήταν τελείως άδεια. Τα στασίδια άδεια. Πόλεμος με τις γιαγιάδες, να καθίσουν στα στασίδια. Τις έλεγα: «Όχι, δεν θα καθίσετε». Και μου έλεγαν: «Να καθίσουμε ώσπου να έλθουν οι άνδρες». «Όχι, τις έλεγα, αν έλθουν και σας δουν να κάθεστε, θα φύγουν».

 

Μετά από τρεις μήνες τα δύο πρώτα αγόρια. Μετά τρία, μετά τέσσερα, πέντε και σήμερα δεν χωράνε και λέω στους ἀντρες: «στριμωχθείτε για να χωρέσετε μέσα». Όσο για τον αγώνα που κάναμε για να μαζέψουμε τα νέα παιδιά, μόνο ο Θεός ξέρει πόση προσευχή, πόσα ξενύχτια και πόσα δάκρυα χύσαμε.

 

Επέτρεψε ο Θεός, λοιπόν, να έχουμε τόσα παιδιά που θα πρέπει να έχουμε ιδιαίτερες συναντήσεις μαζί τους. Να γνωριστούμε, να μιλήσουμε, να αναλύσουμε το ευαγγέλιο. Χώρους δεν είχαμε. Αδειάσαμε ένα υπόγειο, που είχε η εκκλησία κάτω, δικό της, από τη σαββούρα που είχε, κάποια διάφορα πράγματα. Πολύ μικρό, μια γκαρσονιερίτσα υπόγεια. Και από εκεί ξεκίνησαν τα πρώτα παιδιά. Από εκείνο το υπόγειο έχουν βγει πολλοί μοναχοί, έχουν βγει πολλές μοναχές, έχουν βγει ιερείς, τα πρώτα παιδιά, καθηγητές, παιδιά που σήμερα έχουν απλωθεί σε όλη την Ελλάδα.

 

Αλλά πολύ γρήγορα το υπόγειο δεν τους χωρούσε πλέον. Χρειάσθηκε να νοικιάσουμε ένα μεγαλύτερο διαμέρισμα. Νοικιάζουμε διαμέρισμα, αλλά βέβαια αυτά ήθελαν ενοίκια, έπρεπε να τα φτιάξουμε, να τα επιπλώσουμε μέσα, πολλά χρήματα. Οι άνθρωποι βλέποντας την εργασία που γινόταν, άρχισαν να δίνουν χρήματα. Χωρίς να τσιγκουνεύονται. Αυτό μας δίνει το κουράγιο… η αγάπη των ανθρώπων, η συμπαράσταση των ανθρώπων, …να αρχίσουμε να σκεπτόμαστε ότι, εντάξει, έχουμε χώρους εδώ που συναντιόμαστε, έστω και με ενοίκιο, όμως τα νέα παιδιά, οι νέοι άνθρωποι έχουν ανάγκη από τη φύση, έχουν ανάγκη να τους δώσεις ευκαιρίες να γνωριστούνε μεταξύ τους. Πώς θα γνωριστούν; Μόνο αν δουλέψουν ο ένας δίπλα στον άλλον. Αυτό μπορεί να μας το εξασφαλίσει, αν το κάνουμε, ένα Πνευματικό Κέντρο, όχι εδώ στην Αθήνα αλλά στην εξοχή.

 

Αρχίσαμε λοιπόν να ψάχνουμε στα Μεσόγεια, για να βρούμε ένα χώρο. Θυμάμαι μια μέρα που πήγαμε στην κορφή ενός βουνού που έπρεπε να φτάσουμε με τα τέσσερα, περπατώντας με τα τέσσερα. Μεσ’ τον ήλιο, μεσ’ τη λαύρα. Καταλαβαίνετε τι τραβούσαμε για να βρούμε αυτό το κτήμα. Τα παιδιά… άνοιξαν οι μύτες τους από την ταλαιπωρία, για να φτάσουμε σε εκείνη τη βουνοκορφή που μας είπαν ότι έχει ωραία θέα και είναι φθηνό το οικόπεδο. Είδαμε όμως ότι αυτά τα οικόπεδα στα Μεσόγεια δεν είχαν καθαρούς τίτλους.

 

Αρχίσαμε λοιπόν να ψάχνουμε αλλού και να ρωτάμε. Και επιτρέπει η Παναγία μας να βρούμε το πρώτο κτήμα που αγοράσαμε στον Ωρωπό, 8 στρέμματα. Αρχίσαμε εκεί πέρα σιγά σιγά με τις δικές μας οικονομίες. Μόνο ο Θεός ξέρει με τις στερήσεις ξεκινήσαμε και με τι φόβο Θεού διαχειριζόμασταν τα χρήματα που έρχονταν στα χέρια μας. Μισθός σε μένα, δεν υπήρχε. Τυχερά δεν υπήρχαν. Χωρίς βέβαια να κάνουμε εδώ πέρα, ούτε γάμους, ούτε βαπτίσια, ούτε αγιασμούς, ούτε ευχέλαια, τίποτα δεν κάναμε εδώ.

 

Αγοράσαμε λοιπόν το πρώτο κτήμα, με πολύ κόπο, με πολλές ταλαιπωρίες με πολλά ξενύχτια, ρίχνοντας μπετά μέχρι τις 12 η ώρα την νύκτα, σε μια περιοχή που ούτε τα κατσίκια δεν μπορούσαν τότε να καθήσουν. Χτίζουμε το πρώτο σπίτι, αυτό που έχουμε σήμερα και που πηγαίνουν τα παιδιά, που είναι ατελείωτο αλλά που μπορούμε να το χρησιμοποιούμε. Όταν είχαμε την δυνατότητα αγοράσαμε και το διπλανό κτήμα, άλλα 8 στρέμματα, 16 συνολικά στρέμματα, με τα χρήματα που εσείς δίνετε και εμείς με φόβο Θεού διαχειριζόμαστε.

 

Τελειώνει το θέμα του Ωρωπού, ο Ωρωπός ο οποίος βρίσκεται σε μια εξέλιξη και έχει βέβαια πολλή δουλειά να γίνει ακόμα εκεί και σε υλικά έργα και σε πνευματικά έργα δηλαδή ως προς τα πρόσωπα. Και βλέπουμε τώρα ότι, εδώ πέρα, αυτό το σπιτάκι που είχαμε νοικιασμένο, δεν μας φτάνει για τις ανάγκες τις εδώ. Τολμούμε, τολμούμε και με την συμπαράσταση των νέων παιδιών μας που ήλθαν εν τω μεταξύ, τον π. Άνθιμο και τον π. Νικόλαο, τολμούμε και αγοράζουμε την διπλανή αίθουσα, αγοράζουμε το από πάνω διαμέρισμα και φτιάχνουμε, σ’ αυτά, το παρεκκλήσιο και την βιβλιοθήκη, το πνευματικό κέντρο δηλαδή που σε λίγο θα εγκαινιάσουμε. Θα μπείτε σε λίγο όλοι μέσα να δείτε τι έχει γίνει. Δαπανήσαμε γι’ αυτά τα δύο ακίνητα που αγοράσαμε σήμερα, εδώ δίπλα στην εκκλησία, 15 εκατομμύρια δραχμές. Μόνο γι’ αυτά. Δεν σας λέω πόσα εκατομμύρια έχουν πέσει στον Ωρωπό.

 

Επειδή ο ναός δεν είναι ενορία, δεν είναι ενοριακός ναός αν αυτά που αγοράσαμε τα γράφαμε εις τον ναό του Αγίου Ανδρέου, θα μας τα έπαιρνε το Άσυλο Ανιάτων. Γι’ αυτό το λόγο κάναμε σύλλογο. Κάναμε σύλλογο, με τα παλαιά μας παιδιά, εδώ, που είναι όλα επιστήμονες, οικογενειάρχες, κάναμε σύλλογο και όλα αυτά είναι τώρα πλέον ιδιοκτησία του συλλόγου και ο σύλλογος έχει σκοπό και έργο του να διακονήσει την εκκλησία με αυτά τα μέσα που έχει, δηλαδή τις ωραίες αίθουσες και την βιβλιοθήκη. Με προοπτική αυτά να μένουν πάντοτε για να διακονούν τους νέους ανθρώπους, αυτής της περιοχής, αλλά και τους νέους όλης της Αρχιεπισκοπής Αθηνών. Και το εδώ πνευματικό κέντρο και ο Ωρωπός.

 

Τελειώνοντας, θέλω αυτό να πω ότι, θέλω σήμερα που είναι τα εγκαίνια του Πνευματικού Κέντρου, να ευχαριστήσω όλους τους ανθρώπους, όσους εκοπίασαν και όσους μας βοήθησαν. Άλλος με χίλιες δραχμές, άλλος με πέντε χιλιάδες, άλλος με περισσότερα χρήματα, άλλος με την προσευχούλα του, και την χρειαζόμαστε πάρα πολύ την προσευχούλα, διότι η προσευχή μας έκανε να μας έλθουν όλα καλά.

 

Θέλω να ευχαριστήσω λοιπόν όλους τους ανθρώπους, που βοήθησαν υλικά ή μη, για να γίνει αυτό το έργο που γίνεται.

 

Δεν φτιάξαμε μόνο κτίρια. Γεμίζει πρώτα η εκκλησία από ανθρώπους από νέα παιδιά, και μετά επειδή δεν έχουμε χώρο, βλέπουμε ότι δεν γίνεται αλλοιώς, τότε ψάχνουμε να βρούμε χώρο, άλλωστε το ζείτε αυτό εδώ στο εκκλησάκι. Γιατί ξέρετε, συνήθως, γίνεται το αντίθετο. Φτιάχνουν οι ενορίες κτίρια και μετά ψάχνουν να βρουν ανθρώπους, νέα παιδιά. Είχαμε μία σύσκεψη στην Αρχιεπισκοπή και εκαυχόντο οι ιερείς και έλεγαν - και με στόμφο καμμιά φορά - « Μακαριώτατε, κάναμε αίθουσα, πήραμε πινγκ-πονγκ, βάλαμε υπολογιστές, μένει μια προσπάθεια, να καλέσουμε τους γονείς και να τους πούμε ότι πρέπει οπωσδήποτε να φέρετε τα παιδιά σας στην αίθουσα της ενορίας διότι αλλοιώς θα είστε κατηρραμένοι γονείς κλπ, κλπ, κλπ». Εδώ επιτρέπει ο Θεός, να υπάρχουν πρώτα τα νέα παιδιά και μετά να ψάχνουμε να βρούμε χώρους γι’ αυτά κι όχι για να κάνουμε επίδειξη, αλλά για να καλύψουμε τις ανάγκες μας.

 

Ευχαριστώ λοιπόν τον Θεό, ευχαριστώ κι εσάς που βοηθήσατε. Ευχαριστώ τον Θεό γιατί μας έστειλε τους δύο νέους μας κληρικούς, οι οποίοι και συμπαρίστανται και σαν νέοι τολμούν περισσότερο απ’ ό,τι εγώ, που έχω αρχίσει να γερνάω και που πρέπει να συνεχίσουν για να εξασφαλίσουν αυτά τα έργα, αυτοί οι κόποι να μείνουν εδώ στην ενορία.

 

Και θέλω τέλος να ευχαριστήσω τη μητέρα μου. Περάσαμε οικογενειακώς, πολλές δύσκολες ημέρες. Πρόσφυγες οι γονείς μου, φτωχοί, ξυπόλητοι, ξεβράκωτοι αναγκάσθηκαν να έλθουν από την Μικρά Ασία. Με σφαγμένα τα αδέλφια τους εκεί. Χρήματα δεν είχαν. Τις τρεις αδελφές μου, που έπρεπε να παντρέψουν, πάμπτωχα τις παντρέψανε. Η μικρή μου αδελφή, όταν παντρεύθηκε, για να ανοίξουν το παράθυρο, στην υπόγεια γκαρσονιέρα που ζούσαν, με δεκαεπτά σκαλοπάτια, έπρεπε να ανεβούν στο τραπέζι τους, για ν’ ανοίξουν το παράθυρο. Οι αδελφές μου δεν έχουν δει, ποτέ, ούτε ένα χιλιάρικο από μένα. Ξεκινήσαμε να κάνουμε αυτά τα έργα. Και μού ’λεγε η μητέρα μου: « Παιδί μου, δεν πειράζει, ας πεινούν οι οικογένειες των αδελφών σου. Εσύ αυτό το έργο που ξεκίνησες στην ενορία, για τα παιδιά, πρέπει να το τελειώσεις».

 

Θέλω λοιπόν να ευχαριστήσω, πραγματικά, την μητέρα μου, διότι εκείνη ήταν ο πρώτος άνθρωπος ο οποίος με ανάγκασε να κάνω αυτό το έργο. Επιτρέψτε μου να τα πω αυτά αυτή τη στιγμή. Δεν είμαι εγωιστής, αλλά είναι πραγματικά θέμα ευγνωμοσύνης. Όλα αυτά τα έργα γίνονται για να δοξάζεται ο Θεός, και δοξάζεται και η γυναίκα, η μητέρα-γυναίκα που βοήθησε. Διότι η μάνα μου ως το τέλος που πέθανε, δεν είχε τίποτα δικό της, αλλά όλα τα είχε. Γιατί όλες οι γειτονιές την αγαπούσαν. Όλους τους αγαπούσε κι όλοι οι άνθρωποι την αγαπούσαν. Δεν της χρειαζόταν, ούτε σύνταξη να είχε, ούτε χρήματα να είχε, ούτε διώροφα σπίτια ούτε τίποτα, γιατί όλοι οι άνθρωποι την αγαπούσαν. Και αν έπεφτε στο κρεβάτι, κανείς δεν θα την άφηνε να μείνει πεινασμένη και απροστάτευτη.