Μία ἅγια γερόντισσα, ἢ γερόντισσα Γαβριηλία, ἔλεγε πὼς δὲν πρέπει νὰ ἀσχολούμαστε μὲ τὸ παρελθόν, μία καὶ ἐκεῖνο εἶναι ἕνα «φάντασμα» οὔτε καὶ μὲ τὸ μέλλον, μία καὶ δὲν τὸ γνωρίζουμε. Τὸ μόνο πού μας ἀνήκει εἶναι τὸ παρόν.

 

Κοιτάζοντας ὅμως καὶ ξανακοιτάζοντας κανεὶς αὐτὲς τὶς συγκλονιστικὲς φωτογραφίες, ποὺ ἀπεικονίζουν τὸ σημερινὸ ἐκκλησάκι τοῦ Ἄγ. Ἀνδρέου τῆς πλ. Ἀμερικῆς (Λευκωσίας 40), τὸ πάλαι ποτὲ μετόχι τῆς Ἄγ. Φιλοθέης, στὰ ἐξοχικὰ τότε Πατήσια, τὸ δικό μας δηλαδὴ ἐκκλησάκι τοῦ Ἄγ. Ἀνδρέου, καὶ βλέποντας τὴν "μελαγχολικὴ πρόσοψη ναοῦ ἀστέγου καὶ ἐγκαταλελειμμένου", δὲν μπορεῖ παρὰ νὰ σκεφτεῖ πὼς τὸ "παρελθὸν εἶναι παρόν". Ὑπάρχει δίπλα μας, μᾶς προκαλεῖ, μᾶς θυμίζει σιωπηλὰ ποιὸς εἶναι ὁ σκοπὸς τῆς ζωῆς μας καὶ μᾶς προσκαλεῖ, ὄχι σὲ μία στείρα παρελθοντολογία, ἀλλά μᾶς ὁδηγεῖ μπροστὰ μὲ τὸ πνεῦμα τῶν ἁγιασμένων πατέρων καὶ μητέρων μας.

 

Ὁ μαρτυρικὸς αὐτὸς τόπος περίμενε καρτερικά, βυθισμένος στὴν σιωπή του καὶ κρατώντας μέσα στὰ σπλάχνα του γιὰ τέσσερις περίπου αἰῶνες τὸ μεγάλο του μυστικό. Τὴν παρουσία, τὴν ζωὴ καὶ τὴν δράση καὶ προπαντὸς τὸ μαρτυρικὸ αἷμα μίας μεγάλης ἁγίας, τῆς μεγαλύτερης ἁγίας τῶν Ἀθηνῶν, τῆς ὁσιομάρτυρος Ἄγ. Φιλοθέης τῆς Ἀθηναίας.

 

Εἶναι συγκλονιστικὸ τὸ γεγονὸς ὅτι ὁ ναὸς τοῦ ἐν λόγῳ Ἁγίου Ἀνδρέου, ὁ ὁποῖος κτίστηκε ἀπὸ τὴν Ἄγ. Φιλοθέη τὴν Ἀθηναία σὲ ἐξαιρετικὰ δύσκολα καὶ σκοτεινὰ χρόνια, λόγω τῆς τουρκοκρατίας, ἀναστηλώθηκε στὸν αἰώνα ποὺ μόλις πέρασε, τὸ 1942 μέσα σὲ τρία χρόνια, σὲ μία ἐποχὴ ἐπίσης ἀφάνταστα δύσκολη, ἀφοῦ ἡ Ἑλλάδα βρισκόταν κάτω ἀπὸ τὴν γερμανικὴ κατοχὴ καὶ οἱ κατακτητὲς "παρενέβαλαν ἀφάνταστες δυσχέρειες καὶ προσκόμματα".

 

Ὁ περίφημος ἁγιογράφος Φώτης Κόντογλου. ὁ ὁποῖος τὸ 1951 ἔκανε, μέσα σὲ ἐννέα μῆνες, τὴν ἁγιογράφηση τοῦ ναοῦ καὶ τοῦ ὁποίου ἡ λαχτάρα, ὄπως ὁ ἴδιος καμαρώνοντας ἔλεγε, ἦταν νὰ τὸν στολίσει μὲ ἁγιογραφίες «μετὰ πόθου καὶ περισσῆς ἐπιμελείας. ὥστε νὰ καταστεῖ πρότυπον συγχρόνου βυζαντινῆς ἁγιογραφήσεως», σημειώνει κάπου μὲ παράπονο καὶ πόνο πὼς «ὦς πρὶν ὀλίγα χρόνια κειτόντανε οἱ κολῶνες μέσα στὰ ἀγριάγκαθα, στεκότανε ὄρθια μόνο ἡ χιβάδα (κόγχη) τοῦ ἱεροῦ κι ἡ πόρτα μὲ τὸν δυτικὸ τοῖχο».

 

Μέσα δὲ καὶ γύρω ἀπὸ τὸν χῶρο τῆς σωζόμενης μισογκρεμισμένης ἐκκλησίας βρέθηκαν πολλὰ κιονόκρανα ἰωνικά, ρωμαϊκῆς ἐποχῆς, καθὼς καὶ ἐπιθήματα παλαιοχριστιανικῶν θεμάτων καὶ διάφορα ἄλλα τεμάχια ρωμαϊκῶν καὶ παλαιοχριστιανικῶν γλυπτῶν, ποὺ πιστοποιοῦν τὸ γεγονὸς ὅτι ὁ ναὸς αὐτὸς κτίστηκε πάνω σὲ εἰδωλολατρικὸ ἱερὸ καὶ στὴν συνέχεια πάνω σὲ παλαιοχριστιανικὴ βασιλική. Πολλὰ ἀπὸ τὰ ἀρχιτεκτονικὰ του μέλη χρησιμοποιήθηκαν καὶ γιὰ τὴν δημιουργία τοῦ ὑπάρχοντος ναοῦ. Εἶναι τέλος ἀξιοσημείωτο ὅτι ἡ σημερινὴ ἀρχαία μαρμάρινη ἀγία Τράπεζα τοῦ ναοῦ βρέθηκε πεταμένη ὁλόκληρη σὲ γειτονικὸ γήπεδο.

 

Τέσσερις περίπου λοιπὸν αἰῶνες πρίν σ' αὐτὸν τὸν ἴδιο τόπο, ζοῦσε ἡ Ἁγία Φιλοθέη, «ἡ κυρὰ τῶν Ἀθηνῶν, ὄπως τὴν ἀποκαλοῦσαν. Ὁ τόπος ἦταν ἐξοχή, τὰ λεγόμενα Παραδείσια, καὶ ἐπιλέχθηκε ἀπὸ τὴν Ἁγία γιὰ νὰ γίνει τὸ Μετόχι τοῦ κεντρικοῦ μοναστηριοῦ της, ποὺ βρισκόταν στὴν Πλάκα, στὸν χῶρο ποὺ σήμερα στεγάζονται τὰ κτίρια τῆς Ἀρχιεπισκοπῆς, πίσω ἀπὸ τὴν Μητρόπολη τῶν Ἀθηνῶν, μέσα στὴν ὁποία φυλάσσεται τὸ μαρτυρικό της σῶμα. Στὸ συναξάρι τῆς Ἁγίας διαβάζουμε γιὰ τὴν ἵδρυση τοῦ ἐν λόγῳ μετοχίου τῆς «πολλοὶ ἀκούοντες τὴν φήμην τῆς Ἁγίας προσερχόμενοι ἐλάμβαναν ψυχικᾶς καὶ σωματικᾶς ἰατρείας· ὅθεν διὰ τὴν τοιαύτην ἐνόχλησιν καὶ διὰ τὸ πλῆθος τῶν μοναζουσῶν. ὅπου καθ' ἑκάστην ηὔξανε καὶ ἐστενοχωρεῖτο τὸ μοναστήριον, ἐπαρακινήθη ἡ Ἁγία καὶ ὤκοδομησε καὶ ἕτερον, μακρὰν ὀλίγον πόλεως, εἰς τόπον λεγόμενον Πατήσια, πρὸς τελειοτέραν ἡσυχίαν τῶν ἀδελφῶν, εἰς τὸ ὁποῖον συχνάζουσα συνεφιλοσόφει καὶ συνησκεῖτο μετὰ τῶν ὓπ' αὐτήν».

 

Στὸ ἐκκλησάκι μας ὑπάρχει καὶ ἡ κολώνα ὅπου, σύμφωνα μὲ τὴν παράδοση, τὴν ἔδεσαν οἱ Τοῦρκοι γιὰ νὰ τὴν βασανίσουν. Εἶναι γνωστὸς ὁ τρόπος τοῦ μαρτυρίου της. Ἴσως ὅμως δὲν εἶναι γνωστὴ μία λεπτομέρεια γύρω ἀπὸ αὐτὸ τὸ μαρτύριο. Ὁ λόγος ποὺ τὴν μισοῦσαν οἱ Τοῦρκοι καὶ ἤθελαν νὰ τὴν ἐξολοθρεύσουν ἦταν ὅτι δὲν τοὺς ἄφηνε νὰ ἡσυχάζουν. Τοὺς ἐνοχλοῦσε διαρκῶς ἡ ὕπαρξη τοῦ μοναστηριοῦ, γιατί ἐδέσποζε στὴν ἀθηναϊκὴ κοινωνία, ὦς παρηγοριὰ γιὰ τοὺς ταλαιπωρημένους ραγιάδες, λειτουργώντας ὦς χῶρος ἀδιάλειπτης προσευχῆς καὶ λατρείας τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ, ἀλλὰ καὶ ὡς χῶρος προστασίας καὶ ἀδιάκοπης κοινωνικῆς προσφορᾶς στοὺς ἀδύνατους καὶ περιφρονημένους. Ἐκτὸς ἀπὸ τὸ σχολεῖο, ὀρφανοτροφεῖο καὶ γηροκομεῖο, ποὺ συντηροῦσε, ἡ Ἁγία εἶχε δημιουργήσει καὶ ἐργαστήρια καὶ μόρφωνε καὶ μάθαινε τέχνες στὶς φτωχὲς καὶ ἀνυπεράσπιστες κοπέλες ποὺ κατέφευγαν γιὰ προστασία στὸ μετόχι της.

 

Ἔτσι οἱ Τοῦρκοι μπέηδες, ὅταν συνειδητοποίησαν ὅτι ἔχαναν ἀπὸ τὰ χαρέμια τοὺς τὶς κοπέλες, γιατί τὶς ἔκρυβε καὶ τὶς φυγάδευε ἡ Ἁγία Φιλοθέη, ἀποφάσισαν νὰ τὴν ἐξολοθρεύσουν. Ὅμως δὲν μποροῦσαν φανερὰ νὰ μποῦν στὸ μοναστήρι καὶ νὰ ἁρπάξουν τὶς κοπέλες, γιατί οἱ Ἀθηναῖοι χριστιανοὶ προστατεύονταν ἀπὸ τὴν μητέρα τοῦ Σουλτάνου, ἡ ὁποία, ἂν μάθαινε τὶς παρεκτροπὲς τῶν μπέηδων, ἀμέσως θὰ διέταζε τὸν ἀποκεφαλισμό τους. Ἔτσι δὲν μποροῦσαν τὴν ἡμέρα καὶ στὰ φανερὰ νὰ παραβιάσουν τὸ ἐν Πατησίοις μετόχι καὶ νὰ ποιήσουν τὸ ἀνόμημά τους καὶ ἔψαχναν γιὰ ἀφορμή.

 

Ἢ ἀφορμὴ δόθηκε στὶς 2 Ὀκτωβρίου τοῦ 1588, ὅταν ἔμαθαν ἀπὸ προδότες ὅτι τὴν νύκτα αὐτή, παραμονὴ τῆς ἑορτῆς τοῦ προστάτου τῶν Ἀθηνῶν Ἄγ. Διονυσίου τοῦ Ἀρεοπαγίτου, θὰ ἔκανε ἡ Ἄγ. Φιλοθέη ἀγρυπνία στὸ μετόχι τῶν Πατησίων. Ἀμέσως πέντε Τοῦρκοι, ἔμπιστα πρόσωπα τῶν μπέηδων, ὁπλισμένοι σὰν ἀστακοί, πήδηξαν τὸν χαμηλὸ μαντρότοιχο τοῦ μετοχίου καὶ οἱ τρεῖς ἀπὸ αὐτοὺς ὅρμησαν στὸ καθολικό. Οἱ δυὸ ἅρπαξαν τὴν μικρόσωμη καὶ ἡλικιωμένη πιὰ Φιλοθέη (ἦταν 67 χρονῶν, ἤδη 40 χρόνια μοναχή), τὴν ἔριξαν κάτω καὶ τὴν κτύπησαν ἀλύπητα μὲ βούνευρα, μπροστὰ στὰ μάτια τῶν νεαρῶν παρθένων, τῶν λίγων καλογραιῶν καὶ τοῦ γέροντα ἱερέα, οἱ ὅποιοι εἶχαν ἀποσβολωθεῖ κάτω ἀπὸ τὴν ἀπειλὴ τῶν ὑπολοίπων τριῶν πελώριων Τούρκων. Ἡ διαταγὴ τῶν μπέηδων ἦταν σαφής: «νὰ μὴν χυθεῖ αἷμα. Νὰ μὴν πειράζετε τὰ κορίτσια, νὰ μὴν ἀφήσετε νὰ τραπεῖ καμία ἀπὸ αὐτὲς διὰ τᾶς Ἀθήνας». Αἷμα δὲν χύθηκε, παρὰ μόνο ἐσωτερικῶς (θὰ πρέπει νὰ ἔπαθε ἐσωτερικὴ αἱμορραγία ἀπὸ τὶς πολλὲς ξυλιὲς ἡ Ἁγία) καὶ ὁ δρόμος γιὰ τὴν Ἀθήνα φυλασσόταν καλὰ ἀπὸ ἔμπιστους ὁπλοφόρους.

 

Τὸ ἀποτέλεσμα ἦταν ἡ φαινομενικὴ νίκη τῶν δολοφόνων της ἀφοῦ ἢ Ἁγία ὑπέκυψε στὰ βαριὰ της τραύματα τέσσερις περίπου μῆνες μετά, στὶς 19 Φεβρουαρίου τοῦ 1589. Ἔφυγε γιὰ τὸν οὐρανὸ ἀφήνοντας σὲ ὅλους τους συμπολίτες της τὸ μαρτυρικό της λείψανο ὦς πηγὴ ἰαμάτων καὶ εὐλογίας. Ἰδιαίτερα δὲ σὲ ὅλους ἐμᾶς ποὺ ζοῦμε καὶ τρεφόμαστε πνευματικὰ στὸ μετόχι της στὰ Πατήσια, ἔχει ἀφήσει ἀνεξίτηλη τὴν εὐλογία τῆς παρουσίας της, τὴν ὀσμὴ τοῦ αἵματός της, τὶς σιωπηλὲς δεήσεις της πρὸς τὸν Χριστό, ὄχι μόνο γιὰ τοὺς δυστυχεῖς ραγιάδες, ἀλλὰ ἀκόμη καὶ γιὰ τοὺς σκληροὺς βασανιστές της, τὶς ἱκεσίες της γιὰ ὄλον τὸν κόσμο.

 

Μᾶς ἄφησε ὅμως καὶ κάτι ἀσύγκριτα μεγαλύτερο. Τὴν εὐλογία καὶ τὴν προστασία τῆς στὸ καινούργιο μοναστήρι ποὺ δημιουργήθηκε, ὕστερα ἀπὸ περίπου τέσσερις αἰῶνες ἀναμονῆς, στὸν χῶρο ποὺ ἐκείνη ἔζησε καὶ μαρτύρησε. Πρόκειται γιὰ τὸ μοναστηράκι τῆς Παναγίας τῶν Βρυούλων ποὺ τὰ τελευταία χρόνια ἵδρυσε ὁ ἀπὸ τριακονταετίας ἐφημέριος του Ἄγ. Ἀνδρέου π. Γαβριὴλ Τσάφος, δίπλα στὸν χῶρο αὐτὸ τοῦ μαρτυρίου τῆς Ἁγίας, γιὰ τὸ ὁποῖο θὰ μιλήσουμε ἐκτενέστερα κάποια ἄλλη φορά.

 

Οἱ καιροὶ εἶναι δύσκολοι, ὄπως καὶ τότε, στὰ δίσεκτα χρόνια τῆς σκλαβιᾶς. Ἡ φτώχεια μεγάλη, ὑλικὴ καὶ προπαντὸς πνευματική. Καὶ ἐμεῖς οἱ χριστιανοὶ στεκόμαστε πολλὲς φορὲς μὲ ἀμηχανία μπροστὰ στὰ καινούργια ρεύματα τῆς ἐποχῆς, ἀδύναμοι νὰ ἀντισταθοῦμε στοὺς ἰσχυροὺς ἄνεμους τῆς ἐκκοσμίκευσης καὶ τῆς ἀθεΐας. Μόνη παρηγοριὰ ἀποτελοῦν τὰ ζωντανὰ σιωπηλὰ πρότυπα τῶν ἁγίων ὅλων τῶν ἐποχῶν. Ὁ Ἄπ. Παῦλος μας δίνει κουράγιο καλώντας μας στὶς δύσκολες στιγμὲς νὰ θυμόμαστε καὶ νὰ ἀγωνιζόμαστε νὰ μιμηθοῦμε τὴν ζωὴ καὶ τὸ τέλος τῶν ἁγίων, λέγοντάς μας «Μνηρονεύετε τῶν ἡγουμένων ὑμῶν. οἵτινες ἐλάλησαν ὑμὶν τὸν λόγον τοῦ θεοῦ. ὧν ἀναθεωροῦντες τὴν ἔκβασιν τῆς ἀναστροφῆς μιμεῖσθε τὴν πίστιν» (Ἔβρ. 1 β, 7).

 

μοναχὴ Φιλοθέη